Στη σκιά της ομηρίας ένα δράμα χωρίς τέλος Εκτύπωση

Artsakh Omiroi

Αραξή Απελιάν - Κολανιάν

Μία από τις οδυνηρές πτυχές της πρόσφατης εθνικής τραγωδίας είναι η συνεχιζόμενη ομηρία των ηγετικών στελεχών του Αρτσάχ από το αυταρχικό καθεστώς Αλίεφ.

Δυόμισι χρόνια μετά τη σύλληψή τους τον Σεπτέμβριο του 2023, κατά τον μαζικό εκτοπισμό του αρμενικού πληθυσμού του Αρτσάχ, 8 πρώην ηγετικά στελέχη, καθώς και άλλοι 11 Αρμένιοι πολίτες αιχμάλωτοι πολέμου, παραμένουν έγκλειστοι στις φυλακές του Μπακού.

Για το φλέγον αυτό ανθρωπιστικό ζήτημα, που θα έπρεπε να έχει πρωταρχική θέση στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν, η κυβέρνηση της Αρμενίας παραμένει αδιάφορη και αδρανής, παρά τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις του Υπουργείου Εξωτερικών περί του αντιθέτου.

Μετά από πολύμηνη κράτηση, απαγγέλθηκε τελικά σωρεία αβάσιμων κατηγοριών εναντίον των κρατουμένων. Δικάστηκαν ομαδικά σε μία παρωδία δικαστικής διαδικασίας, και τον Φεβρουάριο του 2026 καταδικάστηκαν από το στρατοδικείο του Μπακού σε βαρύτατες ποινές ισόβιας ή πολυετούς κάθειρξης.

Σε ισόβια κάθειρξη καταδικάστηκαν ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας του Αρτσάχ Αραΐκ Χαρουτιουνιάν, ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής Ταβίτ Ισχανιάν και οι Λεβόν Μνατσαγκανιάν (πρώην υπουργός άμυνας), Ταβίτ Μανουκιάν (πρώην υποδιοικητής του στρατού) και Ταβίτ Μπαμπαγιάν (πρώην υπουργός εξωτερικών), ενώ οι άλλοι δύο διατελέσαντες Πρόεδροι της Δημοκρατίας Αρκάντι Γουγκασιάν και Πάκο Σαχακιάν καταδικάστηκαν σε 20 χρόνια κάθειρξης. Ειδική μεταχείριση επιφύλαξε εξ αρχής το καθεστώς Αλίγιεφ στον Ρουπέν Βαρτανιάν,μεγαλοεπιχειρηματία/τραπεζίτη και οραματιστή πατριώτη και ευεργέτη, με πλούσιο φιλανθρωπικό και κοινωνικο-μορφωτικό έργο σε Ρωσία, Αρμενία και Αρτσάχ.

Ως ιδρυτής εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Αρμενία, όπως το διεθνές κολλέγιο UWC Dilidjan College στο Ντιλιτζάν, και ταυτόχρονα ως διεθνώς αναγνωρισμένη προσωπικότητα, συνιδρυτής του AuroraHumanitarianInitiative - ενός μη κερδοσκοπικού διεθνούς δικτύου που αναδεικνύει και επιβραβεύει ανθρωπιστικές δράσεις ανά την υφήλιο μέσω του Βραβείου Aurora για την Αφύπνιση της Ανθρωπότητας -, και ως χρηματοδότης και υποστηρικτής μεγαλόπνοων αναπτυξιακών έργων, όπως το εντυπωσιακό WingsofDatev - το μήκους 5,7 χλμ. τελεφερίκ που συνδέει το Χαλιτσόρ με τη Μονή Ντατέβ του 9ου αι. -, ο Βαρτανιάν έχει επιδείξει την ακλόνητη αφοσίωσή του στην ανθρωπιστική και αναπτυξιακή δράση.

Ο Βαρτανιάν εγκαταστάθηκε οικειοθελώς στο Αρτσάχ τον Σεπτέμβριο του 2022, μετά τον αιματηρό πόλεμο του 2020, με σκοπό να εμψυχώσει και να δημιουργήσει ένα κοινωνικό κίνημα στήριξης του δοκιμαζόμενου πληθυσμού, και να σώσει ό,τι απέμεινε σε αρμενικά χέρια. Διετέλεσε υπουργός επικρατείας επί μόλις ένα τετράμηνο, προτού απομακρυνθεί από τη θέση του από τον τότε πρόεδρο της δημοκρατίας του Αρτσάχ Αραΐκ Χαρουτιουνιάν. Παρέμεινε στην συνέχεια επί 9 μήνες στο πλευρό των συμπολιτών του υπό το καθεστώς αποκλεισμού που είχαν εντωμεταξύ επιβάλει οι Αζέροι. Τελικά, μετά την επίθεση του Αζερμπαϊτζάν και την επακόλουθη μαζική εκδίωξη του πληθυσμού του Αρτσάχ, συνελήφθη από τις αζερικές δυνάμεις στις 27 Σεπτεμβρίου 2023.

Κρατήθηκε ξεχωριστά από τους άλλους κρατουμένους, σε απομόνωση ή σε «κελί τιμωρίας», κατά το μεγαλύτερο διάστημα της προφυλάκισής του, υπό καθεστώς συνεχούς ψυχολογικής πίεσης.

Στις 7 Μαρτίου 2025, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας, ο Βαρτανιάν κατάφερε να στείλει ένα μακροσκελές μήνυμα στην οικογένειά του, τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι «αυτή η δίκη δεν αφορά μόνο εμένα και άλλους 15 – εδώ δικάζονται όλοι οι Αρμένιοι».

Σε άλλη συνομιλία με την οικογένειά του, επεσήμανε ότι, από την ημέρα της σύλληψής του, δεν είχε δώσει ποτέ καμμία κατάθεση, ότι όλα τα έγγραφα που φέρουν την υπογραφή του είναι πλαστά και ότι τόσο ο δικηγόρος όσο και ο διερμηνέας του, διορισμένοι από το καθεστώς, είχαν αναγκαστεί να υπογράψουν αυτά τα έγγραφα. «Δηλώνω επίσημα» ανέφερε, «ότι δεν έχω δώσει καμία κατάθεση από την ημέρα της σύλληψής μου, εκτός από την πρώτη ανάκριση, όπου δήλωσα μόνο το όνομα και το επώνυμό μου».

Κατήγγειλε επανειλημμένα ως αβάσιμες τις εναντίον του κατηγορίες, τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησής του και τις κατάφωρες παραβιάσεις των δικαιωμάτων του. Μάλιστα, κατέφυγε δύο φορές σε πολυήμερες απεργίες πείνας, ως ένδειξη διαμαρτυρίας….

Ο Βαρτανιάν δικάστηκε ξεχωριστά από τους άλλους κρατουμένους σε μια στημένη κυριολεκτικά δίκη, μετά από 15 μήνες παράνομης κράτησης. Εις βάρος του απαγγέλθηκαν 42 βαρύτατες κατηγορίες, και τελικά στις 17 Φεβρουαρίου 2026 καταδικάστηκε σε 20ετή κάθειρξη.

Μετά τη γνωστοποίηση της ποινής, η οικογένειά του, με επίσημη δήλωσή της, ανακοίνωσε την απόφαση του Βαρτανιάν να μην ασκήσει έφεση κατά της δικαστικής απόφασης, διευκρινίζοντας ότι τούτο δεν σημαίνει αποδοχή της ετυμηγορίας, αλλά αντιθέτως είναι άρνηση νομιμοποίησης της δικαστικής διαδικασίας, που εξαρχής δεν διέθετε τις θεμελιώδεις εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης.

Ο Βαρτανιάν δεν αναγνωρίζει την ετυμηγορία ως πράξη δικαιοσύνης και την θεωρεί πολιτικά υποκινούμενη και παράνομη δίωξη. Η δήλωση επιβεβαιώνει επίσης ότι ούτε ο ίδιος ούτε η οικογένεια έχουν λάβει γραπτώς την απόφαση πλήρως μεταφρασμένη, καθιστώντας αδύνατη την κατανόηση ακόμη και των τυπικών λόγων της ποινής! Ταυτόχρονα, η οικογένεια τονίζει ότι αυτό το βήμα δεν συνιστά το τέλος του αγώνα - οι προσπάθειες για την απελευθέρωση όλων των κρατουμένων θα συνεχιστούν μέσω διεθνών νομικών μηχανισμών και θεσμών.

Ένα μήνα αργότερα, τον Μάρτιο του 2026, ο Βαρτανιάν απευθύνεται στην Συνήγορο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Αρμενίας Αναχίτ Μανασιάν, ζητώντας παρέμβασή της προς την ομόλογό της του Αζερμπαϊτζάν Σαμπίνα Αλίγεβα, για τις συνθήκες κράτησης που επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια, την υγεία και την αξιοπρέπεια του ιδίου και των άλλων κρατουμένων.

Απογοητευτική ήταν η απάντηση της Μανασιάν η οποία εξήγησε ότι το γραφείο της λειτουργεί αποκλειστικά στο πλαίσιο εθνικής εντολής, δεν εμπλέκεται σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ότι η αρμοδιότητά της περιορίζεται εντός των συνόρων της Αρμενίας.

Στις 7 Μαΐου, ο Βαρτανιάν επανέρχεται με νέα δήλωση/απάντηση, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για την αντίδραση της Συνηγόρου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Αρμενίας, και εύλογα διερωτάται «εάν η προστασία των Αρμενίων πολιτών που κρατούνται στις φυλακές του Αζερμπαϊτζάν δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Συνηγόρου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Αρμενίας, τότε τίνος είναι η αρμοδιότητα; Υπάρχει κάποιος διορισμένος από την κυβέρνηση αξιωματούχος υπεύθυνος για τη μοίρα των Αρμενίων κρατουμένων; Γιατί δεν γνωρίζουν τίποτε σχετικό ούτε οι οικογένειες των κρατουμένων ούτε η κοινωνία γενικότερα»; Και αφού ασκεί δριμύτατη κριτική προς την κυβέρνηση και ειδικά τον πρωθυπουργό, καταλήγει: «Δώστε το όνομα του αρμόδιου αξιωματούχου! Δημοσιεύστε τη διαδικασία! Σε αντίθετη περίπτωση, παραδεχτείτε ότι δεν υπάρχει τέτοιος αξιωματούχος και ότι οι αιχμάλωτοι δεν έχουν κανένα λόγο να περιμένουν βοήθεια από το δικό τους κράτος…»

Παρά τις αντιξοότητες, ο Βαρτανιάν διατηρεί ακλόνητη την πίστη του στη μη βία, την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, ως τη μόνη οδό προς την ειρήνη. Και ενώ βρίσκεται έγκλειστος στη φυλακή για την αφοσίωσή του στην ιστορική του πατρίδα, τολμά να δηλώσει ότι «το Αρτσάχ υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει». Αυτή η δήλωση μπορεί να ηχεί αφελής ή απερίσκεπτη αλλά είναι αληθής. Είναι γνήσια.

Εξάλλου, ο Ταβίτ Ισχανιάν, πρώην πρόεδρος της Βουλής του Αρτσάχ, καταδικασμένος σε ισόβια κάθειρξη, έχοντας λάβει γνώση των δηλώσεων του Βαρτανιάν, σε δικό του τηλεφωνικό μήνυμα, αναφέρει ότι, εάν η Συνήγορος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Αρμενίας έχει το αίσθημα ευθύνης και την αποφασιστικότητα να τους επισκεφθεί όλους, τότε θα μπορέσει να μάθει από πρώτο χέρι την έκταση των κατάφωρων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του διεθνούς δικαίου, ακόμη και των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα του ίδιου του Αζερμπαϊτζάν, που σημάδεψαν το σύνολο της ανακριτικής και της δικαστικής διαδικασίας. Και δηλώνει επί λέξη: «Στην παρέμβασή μου στο τέλος της δίκης, ανέφερα κάτι που επιθυμώ τώρα να επαναλάβω προς τον λαό μου: Αυτή η δίκη δεν είναι εναντίον 15 ατόμων. Αυτή η δίκη είναι εναντίον του αρμενικού λαού και της αρμενικής κρατικής υπόστασης, με σαφείς στόχους και μακροπρόθεσμη στρατηγική. Η υποψία μου γιαυτό προέκυψε κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και μετατράπηκε σε πεποίθηση στην ίδια τη δίκη. Ο χρόνος θα αποδείξει την αλήθεια των λόγων μου».

Ο Ισχανιάν αναφέρει ακόμη ότι δέχθηκαν επίσκεψη από την Συνήγορο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Αζερμπαϊτζάν Σαμπίνα Αλίγεβα, στην οποία παρέδωσε γραπτό αίτημα για να μεσολαβήσει ώστε το πλήρες κείμενο της καταδικαστικής τους απόφασης, τόσο στα αζερικά όσο και στα αρμενικά, να παραδοθεί στην οικογένεια και τους συγγενείς του. Το ίδιο αίτημα απηύθυνε προφορικά και προς την Αρμένια Συνήγορο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Και συμπλήρωσε: «Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, εύχομαι στον λαό μας δύναμη πνεύματος, δύναμη θέλησης και ενότητας. Και να πω παραμείνετε ακλόνητοι.»

Με αντίστοιχο ηχογραφημένο μήνυμά του και ο Ταβίτ Μπαμπαγιάν, πρώην υπουργός εξωτερικών καταδικασμένος σε ισόβια, απευθύνεται προς τη διεθνή κοινότητα, τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ολόκληρο τον αρμενικό λαό, και τους καλεί να ενωθούν και να προστατεύσουν τα δικαιώματα των Αρμενίων κρατουμένων.

Ως προς τους άλλους κρατουμένους, οι περισσότεροι δεν έχουν προβεί σε δημόσιες δηλώσεις, κυρίως λόγω των αυστηρών περιορισμών στην επικοινωνία. Οι απόψεις τους μεταφέρονται κυρίως μέσω συγγενών και νομικών εκπροσώπων που διαβεβαιώνουν ότι, παρά τις αντίξοες συνθήκες, με αίσθημα ευθύνης υπερασπίζονται τον εαυτό τους αλλά και την αξιοπρέπεια του αρμενικού λαού, καθώς οι στημένες αυτές δίκες σκοπεύουν στον εκφοβισμό και την ηθική καταρράκωσή του.

Μετά τον πόλεμο του 2020, η Δημοκρατία της Αρμενίας προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με αίτημα να προστατεύσει τους Αρμενίους που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως εκδώσει «προσωρινά μέτρα βάσει του Κανόνα 39», απαιτώντας απ’ το Αζερμπαϊτζάν να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τους κρατουμένους. Καθώς δεν υπήρξε ανταπόκριση, το Δικαστήριο διέταξε το Αζερμπαϊτζάν να υποβάλει έως τις 31 Αυγούστου 2026, αντίγραφα των αποφάσεων που εκδόθηκαν από το Στρατοδικείο του Μπακού σχετικά με τους Αρμένιους κρατούμενους.

Ευνόητο είναι ότι καθ’ όλο αυτό το διάστημα, εκτός από τους οικείους των κρατουμένων, έχουν κινητοποιηθεί και πολλοί αρμενικοί και ξένοι συλλογικοί φορείς, οργανισμοί και προσωπικότητες, με εκκλήσεις προς την διεθνή κοινότητα - ΟΗΕ, Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, Διεθνή Αμνηστία, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - αλλά και προς την ίδια την αζερική κυβέρνηση. Καταγγέλλονται οι απάνθρωπες συνθήκες κράτησης από τις αζερικές αρχές, η στέρηση του δικαιώματος επαφής με συγγενείς, η αδυναμία επιλογής των δικηγόρων υπεράσπισής τους, ο αποκλεισμός επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, ενώ απαιτείται η άμεση και άνευ όρων απελευθέρωση των ομήρων.

Οι μόνοι που κατόρθωσαν να επισκεφθούν τους κρατουμένους ήταν οι εκπρόσωποι του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, προτού κλείσει το γραφείο του οργανισμού, μετά από διαταγή της κυβέρνησης του Αζερμπαϊτζάν και αποχωρήσουν από τη χώρα τον Σεπτέμβριο του 2025. Η τηλεφωνική συνομιλία με μέλη των οικογενειών τους μία φορά την εβδομάδα ήταν και παραμένει η μόνη επαφή τους με τον έξω κόσμο.

Τον Φεβρουάριο του 2025 οι σημαντικότερες αρμενικές οργανώσεις της διασποράς, μεταξύ των οποίων η Αρμενική Ένωση Αρωγής και η Αρμενική Γενική Φιλανθρωπική Ένωση, υπογράφουν κοινή έκκληση προς την Διεθνή Κοινότητα, για τον τερματισμό της πολιτικής δίωξης του Αρμένιου ανθρωπιστή Ρουπέν Βαρτανιάν. Απαιτούν δικαιοσύνη για όλους τους Αρμενίους πολιτικούς κρατουμένους και αιχμαλώτους πολέμου που κρατούνται παράνομα στο Μπακού.

Και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με ψηφίσματά του έχει ασχοληθεί με το ζήτημα. Στο τελευταίο του ψήφισμα, της 30ης Απριλίου 2026, μεταξύ άλλων καταδικάζει την άδικη κράτηση των Αρμενίων αιχμαλώτων πολέμου από το Αζερμπαϊτζάν, ζητά τον πλήρη σεβασμό του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και απαιτεί την άμεση και άνευ όρων απελευθέρωσή τους.

Την 1η Μαΐου 2026, οι οικογένειες επτά Αρμενίων κρατουμένων σε συνεργασία με διεθνείς δικηγόρους που τις εκπροσωπούν, καθώς και το Κέντρο Διεθνούς και Συγκριτικού Δικαίου, υπέβαλαν αναφορά στην ειδική «Ομάδα Εργασίας του ΟΗΕ για την Αυθαίρετη Κράτηση» (WGAD), υποστηρίζοντας ότι η κράτηση των ομήρων είναι αυθαίρετη και παράνομη, για λόγους που προκύπτουν από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.

Με αφορμή την πρόσφατη διεξαγωγή της 8ης Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας και της Συνόδου Κορυφής Αρμενίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Γερεβάν, 27 αρμενικές ΜΚΟ απηύθυναν ανοικτή επιστολή προς την Πρόεδρο της Επιτροπής της ΕΕ Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, επισημαίνοντας ότι η ΕΕ μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην απελευθέρωση των Αρμενίων κρατουμένων.

Με την ίδια ευκαιρία, οι οικογένειες των κρατουμένων απευθύνθηκαν με επιστολή τους στον πρωθυπουργό του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ, καθώς η χώρα του έχει επιδείξει στάση αρχών ως προς την καταπολέμηση της αυθαίρετης κράτησης ατόμων και της διπλωματίας των ομήρων.

Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται, χλιαρή έως αδιάφορη είναι η αντίδραση της διεθνούς κοινότητας σε σχέση με την τύχη των ομήρων, προς το παρόν. Το Αζερμπαϊτζάν, ενώ διέπραξε ένα ξεκάθαρο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, με την επίθεση και τον μαζικό εκτοπισμό του συνόλου του αρμενικού πληθυσμού του Αρτσάχ και θα έπρεπε να υφίσταται τη διεθνή κατακραυγή, παραμένει στο απυρόβλητο! Η συγκυριακά πλεονεκτική θέση του, ως χώρας παραγωγής υδρογονανθράκων, αλλά και η συγκεχυμένη διεθνής κατάσταση, γεμάτη αστάθεια, αβεβαιότητα και συγκρούσεις, του εξασφαλίζει την υπέρμετρη ανοχή της διεθνούς κοινότητας και αποθρασύνει ακόμη περισσότερο το αυταρχικό καθεστώς της χώρας αυτής.

Παρά ταύτα, οι προσπάθειες πρέπει να συνεχιστούν και να εξαντληθούν όλα τα μέσα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι δυνατόν να εγκαταλειφθούν στη μοίρα τους. Δεν είναι δυνατόν να γίνει «κανονικότητα» το δράμα που ζουν οι κρατούμενοι και οι συγγενείς τους, μεταξύ ελπίδας και αβεβαιότητας, επί σχεδόν τρία χρόνια.

Η απελευθέρωση όλων είναι ηθική, εθνική και ανθρώπινη υποχρέωση όλων των Αρμενίων, πρωτίστως της κυβέρνησης αλλά και της κοινωνίας των πολιτών, σε Αρμενία και Διασπορά.