| «Όταν τα κοκκοειδή έντομα είδαν τον κόσμο να κοκκινίζει…» |
|
|
Σοφία Τσουρινάκη Τον Ιούλιο του 2025, επιστρέφοντας από δύο ταξίδια, στον Καύκασο και στην Αρμενία, γοητεύτηκα από τα υφάσματα και την ιστορία της κοχινέλλης του Αραράτ, γνωστής και ως Vordan Karmir. Το κοκκοειδές έντομο Porphyrophora hamelii εξαπλώνεται κυρίως στην επικράτεια της Αρμενίας και στις γειτονικές περιοχές της Τουρκίας και του Ιράν. Ιδιαίτερα στην Αρμενία, η εξάπλωσή του είναι εξαιρετικά κατακερματισμένη. Μπορεί, δηλαδή, να βρεθεί μόνο σε λίγα τμήματα των αλμυρών ελών στην κοιλάδα Αραράτ, σε υψόμετρα 800-900 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Με αφορμή ένα εργαστήριο φυσικών βαφών που ετοιμάζω, παραθέτω κάποιες πληροφορίες για αυτή την πολύτιμη χρωστική, που εκτός από βαφή αποτέλεσε και σφραγιστικό υλικό των επίσημων και βασιλικών εγγράφων. Κατά την αρχαιότητα, για τη βαφή των κόκκινων αποχρώσεων χρησιμοποιήθηκαν το φυτό του ριζαριού Rubia tinctorum (και σχετικά είδη), καθώς και ορισμένα είδη κοκκοειδών εντόμων, όπως το κρεμέζι Kermes vermilio (και σχετικά είδη), ο λαχάς Kerria lacca (και σχετικά είδη), η πολωνική και η αρμενική κοχινέλλη Porphyrophora polonica και Porphyrophora hamelii. Όλες οι χρωστικές των κοκκοειδών εντόμων, όπως και το Vordan Karmir, χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή καρμίνης, μιας πολύτιμης χρωστικής που ήταν πολύ σταθερή και ταυτόχρονα αβλαβής. Για αυτόν τον λόγο, τα έντομα χρησιμοποιήθηκαν ιδιαίτερα στη φαρμακευτική, στη βαφή νημάτων, στην ταπητουργία, στον χρωματισμό εικονογραφημένων χειρογράφων και άλλων έργων τέχνης. Ιδιαίτερα η αρμενική κοχινέλλη Porphy-rophora hamelii αποτελεί ένα ενδημικό έντομο των αρμενικών υψιπέδων, και κυρίως της αλμυρής ημι-ερήμου κατά μήκος του ποταμού Αραξί. Παλαιότερα, το έντομο ήταν γνωστό ως Vordan Karmir (αρμενικά: որդան կարմիր, κυριολεκτικά «κόκκινο του σκουληκιού»). Ιστορικά και επιστημονικά, το συγκεκριμένο έντομο ταυτίστηκε με το karmīl («κόκκινο») της εβραϊκής Βίβλου, το karmīr των Σογδιανών και το kirmiz της Περσίας. Στη Βίβλο αναφέρεται ότι την κοχινέλλη/karmīl χρησιμοποιούσαν οι απόγονοι του Νώε. Και είναι πολύ πιθανό η συγκεκριμένη χρωστική να ήταν γνωστή στα βασίλεια των Ουραρτού, ήδη από το 714 π.Χ., όταν ο νέο-Ασσύριος βασιλιάς Σαργών Β’ κατάσχεσε πληθώρα πολύτιμων κόκκινων υφασμάτων ως λάφυρα πολέμου. Στις αρχές του Μεσαίωνα, οι Αρμένιοι ιστορικοί Γαζάρ Παρπετσί και Μοβσές Χορενατσί έγραψαν για το Vordan Karmir, αναφέροντας ότι προερχόταν από «σκουλήκια που ζούσαν στις ρίζες αγρωστωδών φυτών στην περιοχή του Αραράτ και χρησίμευε ως βαφή κόκκινου χρώματος που απέφερε πολυτέλεια στους ανθρώπους και κέρδος στην υφαντουργία», γεγονός που πιστοποιείται και από τη μεγάλη ανάπτυξη βαφικών εργαστηρίων στις πόλεις Ντβιν και Αρτασάτ. Στην επιστημονική όμως βιβλιογραφία, η αρμενική κοχινέλλη εμφανίστηκε το 1833, όταν αναφέρθηκε ως νέο είδος από τον Τζόχαν Φρίντριχ βον Μπραντ. Ο Μπραντ ονόμασε το έντομο από τον Τζόζεφ Κρίστιαν Χάμελ και για αυτό του δόθηκε το επιστημονικό όνομα Porphyrophora hamelii. Ο Χάμελ είχε παραλάβει έντομα από την Αρμενία και είχε πραγματοποιήσει πολλές ιστορικές, γλωσσολογικές και βιολογικές έρευνες και το 1833 τύπωσε το θεμελιώδες έργο του για την αρμενική κοχινέλλη. Το άρθρο είναι στα γερμανικά και το 1835 μεταφράστηκε στα ρωσικά. Κατά τον Μεσαίωνα, η αρμενική χρωστική ήταν ευρέως εκτιμημένη σε όλη την Εγγύς Ανατολή. Οι Αρμένιοι έμποροι την εξήγαν και στην Ευρώπη, και κρίνοντας από την υψηλή τιμή, απέφερε μεγάλα κέρδη. Αλλά τον 16ο-17ο αιώνα, η ανακάλυψη της μεξικανικής κοχινέλλης και η μεταφορά της στην Ευρώπη είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί σταδιακά η συλλογή και το εμπόριο του αρμενικού είδους, μέχρι που σταμάτησε εντελώς. Η «καλλιέργεια» του νέου κοκκοειδούς εντόμου από τον Νέο Κόσμο, που γινόταν επάνω στον κάκτο Opuntia cochinellifera, ήταν πιο «παραγωγική», καθώς τα έντομα μπορούσαν να συλλεχθούν έως και πέντε φορές τον χρόνο. Το τελευταίο πλήγμα, ωστόσο, ήρθε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, με την εφεύρεση των χημικών βαφών. Σήμερα, η κοχινέλλη του Αραράτ χαρακτηρίζεται ως απειλούμενο είδος λόγω της υπερβόσκησης στην κοιλάδα Αράκ. Ο βιότοπος του εντόμου από 10.000 εκτάρια στα μέσα του 20ού αιώνα έχει μειωθεί σε 220 εκτάρια. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού απαντά εντός του κρατικού καταφυγίου Vordan Karmir, ενός αλμυρού λιβαδιού κοντά στα χωριά Αραζάπ και Τζραράτ στην επαρχία Αρμαβίρ, το οποίο ιδρύθηκε για την προστασία τόσο των εντόμων όσο και της μοναδικής ημι-ερημικής βλάστησης που τα συντηρεί. Μορφολογία και κύκλος ζωής Η αρμενική κοχινέλλη εντάσσεται στην οικογένεια Margarodidae, στην υπεροικογένεια Coccoidea, στην υποτάξη Sternorrhyncha και στην τάξη των Homoptera. Η οικογένεια Margarodidae αποτελείται, σύμφωνα με τους διάφορους συγγραφείς, από περίπου δέκα έως εβδομήντα γένη. Στην Αρμενία υπάρχουν τρία είδη του γένους Porphyrophora: Porphy-rophora hamelii (Brandt), Porphyrophora tritici (Bodenheimer) και Porphyrophora monticola (Borchsenius). Αξίζει να σημειωθεί ότι το γένος και η οικογένεια γενικότερα δεν έχουν ερευνηθεί επαρκώς στην Αρμενία. Το είδος Porphyrophora hamelii είναι ένα παράσιτο που περνά σχεδόν όλο τον χρόνο μέσα στη γη, τρεφόμενο από τις ρίζες των αλόφιλων, αγρωστωδών φυτών (Poaceae), όπως τα γένη Aeluropus littoralis και Phragmites australis, τα οποία αναπτύσσονται στις αλατώδεις στέπες της κοιλάδας του Αραράτ. Το έντομο χαρακτηρίζεται από σεξουαλικό διμορφισμό, δηλαδή τα αρσενικά και τα θηλυκά έχουν εντελώς διαφορετική μορφολογία και ο κύκλος της ζωής του διαφέρει από τα υπόλοιπα κοκκοειδή έντομα. Τα συγκεκριμένα έντομα κατοικούν κυρίως στο υπέδαφος, και μόνο το φθινόπωρο τα ενήλικα άτομα ανεβαίνουν τις πρωινές ώρες στην επιφάνεια και μόνο για μία ή δύο ώρες, προκειμένου να ζευγαρώσουν. Η περίοδος ζευγαρώματος διαρκεί σαράντα ημέρες (από τον Σεπτέμβριο έως τον Οκτώβριο) και είναι το μόνο διάστημα που μπορούμε να τα παρατηρήσουμε στο έδαφος και να εκτιμήσουμε τη μοναδικότητά τους. Τα αρσενικά πεθαίνουν την ίδια ημέρα. Τα γονιμοποιημένα θηλυκά σκάβουν στο έδαφος πάλι, γεννούν αβγά και πεθαίνουν λίγο αργότερα. Τα θηλυκά και τα αρσενικά έντομα διαφέρουν σημαντικά και ως προς την εμφάνισή τους, αλλά για την απόκτηση της χρωστικής χρησιμοποιούνται μόνο τα θηλυκά, τα οποία έχουν ημικυκλικό σχήμα και είναι μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Το είδος της αρμενικής κοχινέλλης Po-rphyrophora hamelii έχει τεκμηριωθεί σε υφάσματα της αρχαιότητας, όπως στο εκπληκτικό χαλί του Παζιρίκ του 5ου αι. π.Χ. που βρέθηκε στον Καύκασο, στα πρώιμα βυζαντινά υφάσματα της Αιγύπτου, σε χειρόγραφα, τοιχογραφίες και γλυπτά των μοναστηριών της Αρμενίας που συνέχισαν να χρησιμοποιούν τη χρωστική, κρατώντας μυστικούς τους τρόπους παρασκευής της.
H Σοφία Τσουρινάκη είναι τεχνολόγος αρχαίου υφάσματος και ερευνήτρια. Έχει ειδικευτεί στην αρχαιολογία της κλωστοϋφαντουργικής παραγωγής, με ιδιαίτερη έμφαση στην πειραματική αρχαιολογία, που στηρίζεται στον συνδυασμό της υφαντικής τεχνογνωσίας και της θεωρητικής ανάλυσης του υφάσματος και των εργαλείων. Σπούδασε υφαντική και Three Dimensional Desi-gn στο Ravensbourne College of Art and Design, Λονδίνο και υφαντική, βαφική και ιστορία του υφάσματος στο Textile Art Center. Εξειδικεύτηκε στη μελέτη του αρχαιολογικού υφάσματος στο Musée Historique des Tissus στην Λυών, Γαλλία. Από το 1986–2021 διδάσκει υφαντική, βαφική, τεχνολογία υλικών και Ιστορία του υφάσματος σε διάφορους εκπαιδευτικούς οργανισμούς. Παράλληλα, από το 1989-1999 εργάστηκε ως επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Μπενάκη, στην ανάλυση και μελέτη των υφασμάτων της Κοπτικής συλλογής για τον επικείμενο κατάλογο. Από το 1996 -1999 συνεργάστηκε με το μουσείο για το «Tissus», A European Programme for Textiles. Από το 2008-2009 συνεργάστηκε με το Μουσείο Μετάξης, Σουφλί, ως επιστημονικός σύμβουλος για την επανέκθεση του μουσείου. Το 2007 συνεργάστηκε με τον ΣΕΝ για την ανακαίνιση του Ιστορικού Υφαντουργείου του ΣΕΝ, όπου διδάσκει μέχρι σήμερα. Το 2015 συνεργάστηκε με το Αρχαιολογικό Μουσείο Θήβας συμμετέχοντας στην επανέκθεση του Μουσείου και προετοιμάζοντας το εκπαιδευτικό υλικό για το πρόγραμμα της προϊστορικής υφαντουργίας. Από το 2018-2021 μελέτησε το Βαφείο και τα υφαντουργικά εργαλεία της Ελληνιστικής Ελίκης. Από το 2014-2022 διοργανώνει δράσεις πειραματικής αρχαιολογίας σχετικές με την ανάλυση και την χρήση των κλωστοϋφαντουργικών εργαλείων της αρχαιότητας. |