| «Η Ιστορία των Αρμενικών Κοινοτήτων Θράκης και Μακεδονίας» (Βιβλίο Μνήμης) |
|
|
Από τον εκδοτικό οίκο Κ. & Μ. Σταμούλη της Θεσσαλονίκης κυκλοφόρησε το βιβλίο του Ασαντούρ Μαγκαριάν «Η Ιστορία των Αρμενικών Κοινοτήτων Θράκης και Μακεδονίας» (Βιβλίο Μνήμης), σε μετάφραση και ερμηνευτικά σχόλια του Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν, πρόλογο του Μανόλη Σέργη, ομότιμου καθηγητή του Δ.Π. Θράκης, και επιστημονική και φιλολογική επιμέλεια της Γαρυφαλλιάς Θεοδωρίδου, δρ λαογραφίας και μεταδιδακτορικής ερευνήτριας Δ.Π.Θ. Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε στα αρμενικά από την καθημερινή εφημερίδα «Χοριζόν» της Θεσσαλονίκης το 1929 με τίτλο «Յուշագիրք Թրակիոյ եւ Մակեդոնիոյ Հայ Գաղուդներու» (Houshakirk Tragioyev Magetonio Hay Kaghoutnerou). Όπως αναφέρει στον πρόλογό του ο συγγραφέας, «Στόχος μου ήταν να ετοιμάσω ένα βιβλίο μνήμης για να γνωρίσω στις κοινότητές μας το αρμενικό παρελθόν και γενικά τον περίγυρό μας. Αποτελεί μια μελλοντική ιστορική παρακαταθήκη, προκειμένου να διασωθεί η ιστορική μνήμη του λαού μας». Μετά από κάποιες σύντομες γεωγραφικές αναφορές, ο συγγραφέας μάς δίνει το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έκανε την εμφάνισή του το αρμενικό έθνος. Αναπαριστά την ιστορία των αρμενικών κοινοτήτων της βόρειας Ελλάδας (Θεσσαλονίκης, Δράμας, Καβάλας, Ξάνθης, Κομοτηνής, Αλεξανδρούπολης, Διδυμοτείχου, Ν. Ορεστιάδας, Σαμοθράκης, Σουφλίου, Φερών), καθώς και αυτήν του ελλαδικού αντίστοιχου χώρου. Περιγράφει τις δυσκολίες και τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι Αρμένιοι πρόσφυγες κατά τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους στη Θράκη και στη Μακεδονία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης, ενώ μέσα από τα αρχεία των αρμενικών κοινοτήτων φέρνει στο φως πολλά άγνωστα ντοκουμέντα για την ιστορία και τη δημιουργία τους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κεφάλαιο για την ιστορία της πόλης της Θεσσαλονίκης από την ίδρυσή της το 315 π.Χ. μέχρι τις μέρες μας, το κεφάλαιο για την τοπική αρμενική κοινότητα, καθώς και αυτό που είναι αφιερωμένο στους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες αρμενικής καταγωγής. Όπως αναφέρει ο μεταφραστής στο προλογικό του σημείωμα: «Η σκέψη για τη μετάφραση του βιβλίου στα ελληνικά υπήρχε από παλιά, όμως οι αμφιβολίες και ο διάχυτος φόβος αν θα είχε επιτυχή κατάληξη το εγχείρημα δεν ήταν αδικαιολόγητοι. Η καλή φίλη και ψυχή του πολιτιστικού συλλόγου «Χαμασκαΐν» Θεσσαλονίκης Ντιρουί Γαλιλαία-Καλφαγιάν ήταν αυτή που με παρότρυνε και έδωσε την τελική ώθηση για την υλοποίηση αυτού του εγχειρήματος. Παραβλέποντας τον όγκο του βιβλίου, συνάντησα αρκετές δυσκολίες στη μετάφραση («αποκωδικοποίηση» πολλών αρμενικών λέξεων και γραμμάτων που έμοιαζαν μεταξύ τους λόγω της κακής ποιότητας της εκτύπωσης, μικρά γράμματα και ανάγκη χρήσης μεγεθυντικού φακού, μακροσκελείς προτάσεις, αδόκιμες εκφράσεις που δεν χρησιμοποιούνται στα ελληνικά, επαλήθευση χρονολογιών, εκτεταμένη χρήση τουρκικών προτάσεων, λέξεων, κυρίων ονομάτων και τοπωνυμίων με αρμενικούς χαρακτήρες,* λέξεις και φράσεις στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά ή ρωσικά με αρμενικά γράμματα, κ.λπ.), οι οποίες όμως σε καμιά περίπτωση δεν μειώνουν την αξία αυτού του πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου». Λίγα λόγια για τον Ασαντούρ Μαγκαριάν Ο συγγραφέας του βιβλίου Ασαντούρ Μαγκαριάν γεννήθηκε το 1888 στο Μπαρντιζάκ (τουρκ. Μπαχτσετζίκ), ένα πρώην αρμενικό χωριό στην περιοχή της Νικομήδειας. Έλαβε την αρχική του εκπαίδευση στο τοπικό Εθνικό Σχολείο «Νερσές-Σουσανιάν» και κατόπιν στο Αμερικανικό Κολέγιο, από όπου αποφοίτησε το 1910. Αφού υπηρέτησε για ένα διάστημα με τον βαθμό του διόπου (δεκανέα) στο οθωμανικό ναυτικό, έλαβε από το Κεντρικό Εκπαιδευτικό Συμβούλιο της Κωνσταντινούπολης το πιστοποιητικό διδασκαλίας το 1912. Το ίδιο έτος διορίστηκε διευθυντής-δάσκαλος στο Εθνικό Σχολείο του Εντιντζικί. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εισήχθη στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κωνσταντινούπολης, και κατόπιν με την ιδιότητα του γυμναστή υπηρέτησε στον στρατό σε διάφορες θέσεις. Στη συνέχεια, ως τοποτηρητής του πεζικού επισκέφτηκε τα Τιγρανόκερτα, το Χαρπέρτ, το Παγές, το Βαν, καθώς και το περσικό Αζερμπαϊτζάν. Μετά την ανακωχή βρέθηκε στη Δαμασκό, όπου συνέχισε το διδασκαλικό του έργο παραδίδοντας μαθήματα ως επισκέπτης-δάσκαλος στο Εθνικό Σχολείο, στο Ορφανοτροφείο Κορασίδων και στο Κολέγιο των Ορθόδοξων Αράβων. Την περίοδο 1919-1920 υπηρέτησε ως δάσκαλος στο σχολείο Νταντιάν, στο χωριό Μάκρη, κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Έναν χρόνο αργότερα διορίστηκε από το Κεντρικό Εκπαιδευτικό Συμβούλιο διευθυντής στο Εθνικό Σχολείο του Ρούμελι Χισάρ, όπου εργάστηκε δυόμισι χρόνια, καθώς αναγκάστηκε να αποχωρήσει για πολιτικούς λόγους. Για το ενιαίο σχολικό και διοικητικό πρόγραμμα που εκπόνησε έλαβε το πιστοποιητικό «Εκπαιδευτικού-Δασκάλου» από το Κεντρικό Εκπαιδευτικό Συμβούλιο τον Ιανουάριο του 1922. Τον Δεκέμβριο του 1922, εγκαταλείποντας την Κωνσταντινούπολη, βρέθηκε στη Χίο, όπου εργάστηκε ως διευθυντής στο τοπικό εθνικό σχολείο και στο σχολείο του «Προσφυγικού Τμήματος». Το 1923 διορίστηκε διευθυντής στο Εθνικό Σχολείο της Κομοτηνής, όπου εργάστηκε δύο χρόνια. Στη συνέχεια προσκλήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέλαβε διευθυντής στο τοπικό εθνικό σχολείο. Υπηρέτησε σε διάφορα αξιώματα της αρμενικής κοινότητας Κωνσταντινούπολης και άλλων περιοχών. Ως πρόεδρος της παλιάς «Διδασκαλικής Ένωσης Θράκης» ετοίμασε ένα «εκπαιδευτικό και διοικητικό πρόγραμμα-κανονισμό» με αναλυτικό τρόπο, που δημοσιεύτηκε στον αρμενικό Τύπο. Συνεργάστηκε με εφημερίδες της Κωνσταντινούπολης και του εξωτερικού, δημοσιεύοντας άρθρα και ανταποκρίσεις γύρω από διάφορα θέματα εκπαίδευσης, φυσικής αγωγής, στρατού και άλλα. Έχοντας αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό ως αξιωματικός στην Κομοτηνή. Απολύθηκε με διάταγμα του Υπουργείου Πολέμου με τον βαθμό του αναπληρωτή αξιωματικού. * Μέχρι την 1η Νοεμβρίου 1928, έναν χρόνο πριν από την κυκλοφορία του βιβλίου, οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν το οθωμανικό αλφάβητο, ένα σύστημα γραφής βασισμένο στην αραβική γραφή, το οποίο είχε διαμορφωθεί ανά τους αιώνες για να ταιριάζει στις ανάγκες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν ένα αλφάβητο πλούσιο σε ιστορία, που έφερε μαζί του τις πολιτισμικές και θρησκευτικές επιρροές του Ισλάμ, αλλά ταυτόχρονα ήταν γεμάτο προβλήματα. Ήταν πολύπλοκο στη μάθηση, δεν απέδιδε καλά τους ήχους της τουρκικής γλώσσας και περιόριζε τη μαζική εκπαίδευση. Μέσα σε μία μέρα, ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, με πρωτεργάτη τον Αρμένιο λόγιο και γλωσσολόγο, Αγκόπ Μαρταγιάν, το κατήργησε και επέβαλε το λατινικό αλφάβητο, μία από τις πιο ριζικές αλλαγές που έγιναν ποτέ σε μια γλώσσα. |