Το εθνικό και το πανανθρώπινο στα έργα του Γουίλιαμ Σαρογιάν Εκτύπωση

SAROYAN

Λιλίτ Βαρτανιάν

Για περίπου μία δεκαετία, από τα μέσα του 1930 έως το 1940, ο Γουίλιαμ Σαρογιάν υπήρξε ένας από τους πιο διακεκριμένους συγγραφείς παγκοσμίως και μια καθοριστική φυσιογνωμία της αμερικανικής λογοτεχνίας. Η δημιουργική του παραγωγή, η οποία υπερβαίνει τους πενήντα τόμους, αποτελεί ενδεικτικό της ακατάπαυστης λογοτεχνικής του ενέργειας. Ο Σαρογιάν κινήθηκε με αξιοσημείωτη άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά λογοτεχνικά είδη —διηγήματα, θεατρικά έργα, μυθιστορήματα και αυτοβιογραφικά κείμενα—, γεγονός που συνιστά ιδιαίτερα σπάνιο χαρακτηριστικό για Αμερικανό συγγραφέα της εποχής.

Μεγαλωμένος σε αρμενική οικογένεια στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Σαρογιάν έφερε έντονη τη μνήμη του αρμενικού τραύματος, της προσφυγιάς και της διαρκούς προσπάθειας διατήρησης της πολιτισμικής ταυτότητας. Σε μεγάλο μέρος του έργου του αναδύονται αρμενικοί χαρακτήρες που αγωνίζονται να διατηρήσουν τη γλώσσα, τα έθιμα και την πολιτισμική τους κληρονομιά. Η νοσταλγία για την πατρίδα —μια πατρίδα που οι ίδιοι συχνά δεν γνώρισαν αλλά κληρονόμησαν ως μνήμη— λειτουργεί ως σταθερά που διατρέχει την αφήγησή του. Η αίσθηση του ταυτόχρονου ανήκειν και του μη ανήκειν, η διαρκής πάλη ανάμεσα στην αφομοίωση και στη διατήρηση της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, καθώς και το χιούμορ και η ανθρωπιά που χαρακτηρίζουν τους Αρμένιους της διασποράς συγκροτούν εγγενή στοιχεία της συγγραφικής του ταυτότητας.

Η οικογενειακή συνοχή, θεμελιώδες στοιχείο του αρμενικού πολιτισμού, αποτελεί ένα από τα πιο σταθερά μοτίβα στο έργο του. Η οικογένεια παρουσιάζεται ως πηγή δύναμης και σταθερότητας, ενώ οι συγγενείς —συχνά εκκεντρικές αλλά ζεστές φιγούρες— σκιαγραφούνται με αγάπη και βαθιά κατανόηση. Στο έργο του Σαρογιάν, η κοινότητα συχνά αναπληρώνει την απουσία της «εθνικής πατρίδας». Αν και ο ίδιος αποφεύγει την απευθείας περιγραφή ιστορικών γεγονότων, η αρμενική ιστορία —με την απώλεια, τον ξεριζωμό και την επιμονή στην ελπίδα— είναι πάντοτε υπαινικτικά παρούσα.

«Με λένε Αράμ» και η τριλογία «Αρμένιοι», «Μπιτλίς» και «Χαράτς»

Γνωρίζοντας σε βάθος τις δυνατότητες και τις δυσκολίες της συγκεκριμένης μειονότητας, ο Σαρογιάν αξιοποιεί την αρμενική εμπειρία όχι αποκλειστικά ως εθνοτικό δεδομένο αλλά ως όχημα για να αναδείξει την παγκόσμια διάσταση της ανθρώπινης κατάστασης πίσω από τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες κάθε λαού.

Η εξέταση αυτή καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής στο έργο «Με λένε Αραμ»1, όπου τα προβλήματα που βιώνουν οι ήρωες λόγω της εθνικής τους ταυτότητας υποβαθμίζονται μπροστά στα διαχρονικά και καθολικά ανθρώπινα ερωτήματα. Η αρμενική διασπορά λειτουργεί ως βασικό πλαίσιο: ο αποχωρισμός από την πατρίδα, η απώλεια του χώρου γέννησης και η απομάκρυνση από το συλλογικό σώμα του έθνους. Μέσα από τη στοχαστική του γραφή, ο Σαρογιάν εξερευνά τον παγκόσμιο πόνο της εξορίας σε έναν κόσμο όπου όχι μόνο «Αρμένιος», «Εβραίος» ή «Τσιγγάνος», αλλά και «Καμποτζιανός», «Βιετναμέζος», «Παλαιστίνιος» και «Πολωνός» ταυτίζονται με την έννοια του «πρόσφυγα» και του «ξένου».

Ο μελετητής Ντικράν Κουγιουμτζιάν2 επισημαίνει στην εισαγωγή της αρμενικής τριλογίας «Αρμένιοι», «Μπιτλίς» και «Χαράτς» ότι τα έργα αυτά συνδέονται όχι μόνο λόγω της κοινής αρμενικής καταγωγής των ηρώων, αλλά κυρίως λόγω της θεματικής ενότητας της εξορίας. Η εξορία δεν αποτελεί απλώς ιστορική αναφορά, αλλά λειτουργεί ως υπαρξιακό πλαίσιο· καθορίζει τη διαμόρφωση της ταυτότητας, της μνήμης και της λογοτεχνικής συνείδησης.

Ο Σαρογιάν συχνά αναφερόταν με συγκίνηση στα χρόνια που έζησε στο Φρέσνο (1916-1926). Έχοντας επιστρέψει εκεί μετά από πέντε χρόνια στο ορφανοτροφείο «Φρεντ Φιντς» στο Όκλαντ, θεωρούσε αυτή τη δεκαετία καθοριστική για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της δημιουργικής του πορείας. Στα πρώτα του έργα, η γενοκτονία υπονοείται χωρίς να κατονομάζεται. Η απώλεια εκτίθεται μέσω αποσπασματικών αναφορών —«Όλοι πέθαναν. Σκοτώθηκαν όλοι… Τους έχασα όλους»— χωρίς να εξηγείται το ιστορικό πλαίσιο. Στο «Μπιτλίς», η φράση «όλο το Μπιτλίς στερήθηκε τους πραγματικούς κατοίκους της, τους Αρμένιους» αφήνει ανοιχτό το ερώτημα του «πώς». Μόνο στα μεταγενέστερα έργα του, ο Σαρογιάν εκφράζει με ρητό λόγο τα γεγονότα της Γενοκτονίας του 1915: «Αρνούμαστε να ξεχάσουμε το έγκλημα της Γενοκτονίας που μας επιβλήθηκε από την Τουρκία». Η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια μετατόπιση από τη σιωπηλή μνήμη στη ρητή αναγνώριση.

Η Γενοκτονία των Αρμενίων —ως σκόπιμη εξόντωση ενός έθνους, όρος που επινοήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο— αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται μεγάλο μέρος της θεματικής του Σαρογιάν. Το γεγονός αυτό δημιούργησε τη διασπορά, αδειάζοντας την Αρμενία από τον ιθαγενή πληθυσμό της και διασκορπίζοντας παντού όσους επέζησαν. Η Γενοκτονία δεν είναι απλώς ένα ιστορικό υπόβαθρο αλλά η «σιωπηλή συμφορά» που διατρέχει τα έργα της τριλογίας και υπαγορεύει την ύπαρξη των χαρακτήρων.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Σαρογιάν, παρότι πρόθυμος και ικανός να μετατρέψει οτιδήποτε σε λογοτεχνική αφήγηση, δεν μπόρεσε για μεγάλο διάστημα να μιλήσει άμεσα για τις σφαγές, τις απελάσεις και τις διώξεις που υπέστη ο λαός του από τους Νεότουρκους ή για τις προγενέστερες σφαγές της περιόδου του 1894-1896 και του 1909. Η ίδια του η οικογένεια είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ για να γλιτώσει από νέες διώξεις. Η σιωπή του, επομένως, προέρχεται όχι από άγνοια αλλά από το βάρος της ιστορικής και υπαρξιακής εμπειρίας.

Η λογοτεχνία του Σαρογιάν χαρακτηρίζεται από βαθιά ανθρωποκεντρική πίστη. Η καλοσύνη, η συμπόνοια προς τους «μικρούς ανθρώπους» και η αισιοδοξία ακόμη και μέσα σε συνθήκες δοκιμασίας αποτελούν κεντρικά μοτίβα πολλών έργων του.

Ο Σαρογιάν αναδεικνύει απλούς ανθρώπους, μικρά περιστατικά της καθημερινότητας, εκφράσεις χαράς, απώλειας, ελπίδας και παιδικής αθωότητας που αντανακλούν την ουσία του ανθρώπινου αγώνα για αξιοπρέπεια.

Το έργο του διαμορφώνεται σε έναν κόσμο όπου όλα φαίνονται προσφερόμενα αλλά τίποτα δεν αποκαλύπτεται πλήρως· έναν κόσμο όπου κυριαρχούν η βία, το μίσος και η οδύνη, και όπου τα σχέδια της ανώτερης πνευματικής δύναμης συχνά παραμένουν ακατανόητα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η άρνηση της πίστης, η αμφιβολία απέναντι στην καλοσύνη και τη δικαιοσύνη του Θεού, καθώς και η εξύμνηση των σκοτεινών ανθρώπινων ενστίκτων οδηγούν σε αδιέξοδο. Ο Σαρογιάν απορρίπτει αυτή την απαισιοδοξία. Αρνείται τη ρήση ότι «η ανθρώπινη ζωή είναι ύπαρξη χωρίς ελπίδα», και προσφέρει μια λογοτεχνία εμποτισμένη με αγάπη για τον άνθρωπο και για τον Θεό. Όπως παρατηρεί ο Νταβίντ Γκασπαριάν3, «ο Σαρογιάν κοιτούσε τον κόσμο και τους ανθρώπους με το βλέμμα του Θεού, και με εκείνο το βλέμμα δημιουργούσε τον καλλιτεχνικό του κόσμο».

«Ανθρώπινη κωμωδία»

Στην «Ανθρώπινη κωμωδία», το έργο αρχίζει με μια τρυφερή εισαγωγή-αφιέρωμα στη μητέρα του, την Τακουί Σαρογιάν. Τα γεγονότα διαδραματίζονται στη μικρή πόλη Ίθακα της Καλιφόρνια —ένα τοπωνύμιο που ηχεί συμβολικά σε σχέση με την ομηρική Ιθάκη. Ο κεντρικός ήρωας, ο Όμηρος Μακόλι, εργάζεται στο τηλεγραφείο ως διανομέας, προσπαθώντας να στηρίξει οικονομικά τη μητέρα, την αδελφή και τον μικρότερο αδελφό του, τον Οδυσσέα. Ο πατέρας τους έχει πεθάνει, και ο μεγαλύτερος γιος, ο Μάρκους, υπηρετεί ως στρατιώτης. Τα τηλεγραφήματα που παραδίδει ο Όμηρος μεταφέρουν είτε χαρμόσυνα είτε θλιβερά μηνύματα· συχνά αναγγέλλουν θανάτους στο μέτωπο.

Ο ίδιος εργάζεται δίπλα στον ηλικιωμένο τηλεγραφητή κύριο Γκρόγκαν, ο οποίος, παρά τις ιδιοτροπίες και την κατανάλωση αλκοόλ, παραμένει στοργική φιγούρα. Το τηλεγραφείο ανήκει στον νεαρό, ευγενή Σπάγκλερ, ο οποίος απουσιάζει κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας. Ο Όμηρος παρατηρεί τους ανθρώπους της πόλης, η οποία βρίσκεται σε μια κατάσταση αναμονής: αναμονή για το τέλος του πολέμου και την επιστροφή των στρατιωτών. Η οικογένεια Μακόλι περιμένει τον Μάρκους. Λίγο πριν την τελευταία μάχη, ο Μάρκους στέλνει γράμματα γεμάτα αγάπη για κάθε μέλος της οικογένειας. Σκοτώνεται όμως σε αυτή τη μάχη και στέλνει εκ μέρους του στην Ίθακα τον φίλο του, ο οποίος αναλαμβάνει να φέρει την είδηση και να συνδεθεί με την οικογένεια.

Στην «Ανθρώπινη κωμωδία», η Ίθακα παρουσιάζεται ως τόπος όπου η οικογένεια αγωνίζεται να παραμείνει ενωμένη, όπου οι άνθρωποι προσπαθούν να διατηρήσουν την αθωότητα μέσα στη δίνη του πολέμου, και όπου η κοινότητα λειτουργεί ως υποκατάστατο ρίζας και καταγωγής. Η Ιθάκη γίνεται σύμβολο αντίστασης στην απώλεια, στην ξενιτιά και στον φόβο. Σε μια εποχή μεγάλων αναταραχών —Μεγάλη Ύφεση, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος— οι ήρωές του βιώνουν την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Στο πλαίσιο αυτό, η Ιθάκη λειτουργεί ως σύμβολο ελπίδας, ως φωτεινή ιδέα που επιτρέπει στον άνθρωπο να υπομείνει την κακουχία. Ο Όμηρος αναζητά την προσωπική του «Ιθάκη», δηλαδή την ουσία της οικογένειας και της αγάπης, σε μια εποχή όπου ο πόλεμος αποδομεί κάθε αίσθηση σταθερότητας.

Ως Αρμένιος της διασποράς, για τον Σαρογιάν η Ιθάκη δεν αποτελεί απλώς ένα πραγματικό σημείο επιστροφής. Είναι μια ανέφικτη πατρίδα της μνήμης, ένας τόπος που επιβιώνει περισσότερο στη συνείδηση παρά στην πραγματικότητα· αποτελεί σύμβολο σταθερότητας σε έναν κόσμο όπου οι ρίζες έχουν πληγεί βαθιά. Έτσι, η Ιθάκη ενσαρκώνει την πατρίδα, την ελπίδα, την ταυτότητα και τον πνευματικό προορισμό που προσδίδει νόημα στο ανθρώπινο ταξίδι.

Η ηθική συγκρότηση των ηρώων του Σαρογιάν αναδεικνύεται μέσα από την απλότητα, την ειλικρίνεια και την προσήλωση στην καλοσύνη. Πολλοί από τους χαρακτήρες του ταυτίζονται με τους «δίκαιους» της Αγίας Γραφής: τους εγκαταλελειμμένους, τους ταπεινούς, τους πενθούντες, τους περιθωριοποιημένους —δηλαδή εκείνους που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη παρηγοριάς και συμπόνιας. Ο Σαρογιάν χαρακτηρίζει αυτούς τους ενάρετους ανθρώπους ως «μεγάλους»(great), έναν όρο που περικλείει την εσωτερική τους ομορφιά, την καλοσύνη και την ικανότητα για αυτοθυσία. Η μεγαλοσύνη αυτή δεν σχετίζεται με κοινωνική θέση ή επιτυχία αλλά με την ηθική τους ποιότητα και την προσήλωσή τους στο καλό.

Ο Σαρογιάν χρησιμοποιεί συχνά το χιούμορ ως εργαλείο αποφόρτισης, προσφέροντας στιγμές ελαφρότητας που φωτίζουν τη βαθιά ανθρωποκεντρική του ματιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η στοχαστική του παρατήρηση για τη μύτη: «Μερικοί άνθρωποι μιλάνε με τη μύτη. Πολλοί άνθρωποι ροχαλίζουν με τη μύτη, και αρκετοί ακόμα σφυρίζουν ή τραγουδούν με τη μύτη. Κάποιοι σέρνονται από τη μύτη, ενώ άλλοι τη χρησιμοποιούν για να χωθούν και να αναμειχθούν στις υποθέσεις των γειτόνων τους. Η μύτη είναι αμετακίνητη σαν δέντρο, αλλά αφού βρίσκεται πάνω σε ένα κινούμενο αντικείμενο –το κεφάλι– υποφέρει μεταφερόμενη σε μέρη όπου δεν έχει καμία δουλειά να βρίσκεται και όπου μονάχα εμποδίζει4».

Ανάλογη ηθική διάσταση εισάγεται και στη σκηνή της ληστείας στο κατάστημα του Σπάγκλερ. Ο νεαρός ληστής, παρασυρμένος από την ανάγκη, στρέφει όπλο εναντίον του Σπάγκλερ. Εκείνος, ωστόσο, απαντά: «Θα σου τα έδινα ούτως ή άλλως —αλλά όχι επειδή με σημαδεύεις μ’ ένα πιστόλι. Θα σου τα έδινα επειδή έχεις ανάγκη». Η σκηνή αυτή συνοψίζει τη βαθιά πίστη του Σαρογιάν στη δύναμη της καλοσύνης. Η ηθική φιλοσοφία του συγγραφέα εδράζεται στον «Χρυσό Κανόνα» του Ευαγγελίου: «Κάνε στους άλλους όπως θα ήθελες να κάνουν σε σένα» (Ματθ. 7:12). Η αρχή αυτή, θεμέλιο της χριστιανικής ηθικής, προωθεί την αμοιβαιότητα, την κατανόηση, την καλοσύνη και τον σεβασμό. Μέσα από τη στάση των ηρώων του, ο Σαρογιάν επιβεβαιώνει τη βιβλική ρήση: «Η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας» (Λουκ. 17:21).

Συνεπώς, μπορούμε να υποστηρίξουμε με βεβαιότητα ότι στο έργο του Σαρογιάν το εθνικό στοιχείο όχι μόνο δεν περιορίζει το πανανθρώπινο αλλά το εμπλουτίζει. Η αρμενική μνήμη, η εμπειρία της διασποράς και η οικογένεια συνδυάζονται αρμονικά με πανανθρώπινες αξίες όπως η αγάπη, η αισιοδοξία, η απλότητα και η πίστη στον άνθρωπο. Τα έργα του μιλούν σε κάθε αναγνώστη, αποκτώντας οικουμενική ισχύ και διαχρονικότητα.

1. ՈւիլյամՍարոյան, ԱնունսԱրամէ [Με λένε Αράμ], Γερεβάν: Αντάρες, 2019.
2. Saroyan, William. An Armenian Trilogy, edited by Dickran Kouymjian. The Press at California State University, Fresno, 1986, pp.1-18.
3. Γκασπαριάν, Δ., όπωςπαρατίθεταισεΣ.Η. Τονογιάν, «ΟιβιβλικέςρίζεςστοέργοτουΣαρογιάν» [ՎիլյամՍարոյանիստեղծագործությանաստվածաշնչյանակունքները], Γερεβάν: 2000, σ. 217.
4. Saroyan, William, ΗΑνθρώπινηκωμωδία, μετάφρασηΝίκοςΜάντης, Αθήνα: Gutenberg, Aldina-38, 2021, σ. 66.

Βιβλιογραφία:
- ՈւիլյամՍարոյան, ԱնունսԱրամէ [ΜελένεΑράμ], Γερεβάν: Αντάρες, 2019.
- Saroyan, William. An Armenian Trilogy, edited by Dickran Kouymjian. The Press at California State University, Fresno, 1986, pp.1-18.
- Γκασπαριάν, Δ., όπωςπαρατίθεταισεΣ.Η. Τονογιάν, «ΟιβιβλικέςρίζεςστοέργοτουΣαρογιάν» [ՎիլյամՍարոյանիստեղծագործությանաստվածաշնչյանակունքները], Γερεβάν: 2000, σ. 217.
- Saroyan, William, ΗΑνθρώπινηκωμωδία, μετάφρασηΝίκοςΜάντης, Αθήνα: Gutenberg, Aldina-38, 2021, σ. 66.