Οικογένεια Ζιλτζιάν Μια γενεαλογία που μετράει πάνω από τετρακόσια χρόνια Εκτύπωση

ZILDJIAN

Το 1623, όταν ο Αβεντίς Ζιλτζιάν ανακάλυψε το πολύτιμο κράμα που του επέτρεψε να δημιουργήσει τα καλύτερα κύμβαλα στον κόσμο, πέρναγε άραγε από το μυαλό του ότι η ανακάλυψή του αυτή θα αποδεικνυόταν τόσο διαχρονική; Ακολουθεί μια ιστορία οικογένειας, τεχνογνωσίας και αξιών.

France Arménie
Μετάφραση: Σουζάνα Απαρτιάν

Ο Αβεντίς Ζιλτζιάν έφτασε στην Ανατολία γύρω στο 1600 και βρήκε δουλειά στο παλάτι Τοπ Καπί του Σουλτάνου, κυρίως στη χύτευση χαλκού, δημιουργώντας αντικείμενα απαραίτητα για τα λουτρά, τις κουζίνες και τα χαρέμια. Ο Αβεντίς Α΄ (όπως αναφέρεται στην επίσημη ιστοσελίδα) γεννήθηκε το 1596, και από πολύ μικρή ηλικία το όνειρό του ήταν να παρασκευάσει χρυσό διερευνώντας διαφορετικούς συνδυασμούς μεταλλικών κραμάτων.

Στις 23 Μαρτίου 1618, ο Σουλτάνος ​​Μουσταφά Α΄ (1591-1639) παρήγγειλε από τον Αβεντίς Α΄ να κατασκευάσει κύμβαλα για τις μπάντες του επίλεκτου σώματος των Γενιτσάρων, που τα χρησιμοποιούσαν κυρίως στις εκστρατείες. Ο Αβεντίς κατασκεύασε ένα ειδικό κράμα κασσίτερου, χαλκού και ασημιού σε φύλλα μετάλλου που παρήγαν μουσικούς ήχους που δεν είχαν ακουστεί ποτέ ξανά. Ο Σουλτάνος ​​ήταν τόσο ευχαριστημένος με τα κύμβαλα που τον αντάμειψε με 80 χρυσές λίρες και αναγνώρισε επίσημα το όνομά του ως Ζιλτσιάν ή Ζιλτζιάν («ζιλ» = κύμβαλο/πιατίνι στα τουρκικά, «cy» = κατασκευαστής, και -ian = αρμενική κατάληξη που σημαίνει «ο γιος του»), δίνοντάς του την άδεια να ξεκινήσει τη δική του επιχείρηση το 1623. Έτσι έγινε και ο Αβεντίς Α΄ άνοιξε το δικό του χυτήριο κυμβάλων στην Ψαμάθεια (τουρκ. Samatya), μια συνοικία της Κωνσταντινούπολης που κατοικούνταν κυρίως από Αρμένιους και Έλληνες. Του πήρε χρόνια να τελειοποιήσει τις τεχνικές του. Κατασκεύαζε κύμβαλα όχι μόνο για το στρατιωτικό τάγμα των Γενιτσάρων αλλά και για τις αρμενικές και ελληνικές εκκλησίες, οι οποίες τα χρησιμοποιούσαν για θρησκευτικούς ύμνους, όπως επίσης και για τους στροφιλιζόμενους Σούφι δερβίσηδες.

Διεθνείς επιτυχίες

Το 1651, ο Ακχάμ, ο πρωτότοκος γιος του Αβεντίς Α΄, κληρονόμησε την επιχείρηση και την εμπειρογνωσία του πατέρα του. Από την εποχή εκείνη μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα τα ονόματα των διαδόχων του Αβεντίς Α΄ και του γιου του παραμένουν άγνωστα. Ο Αβέντις Β΄ ήταν αυτός που ανοίχτηκε στη διεθνή αγορά ανταποκρινόμενος στην αυξανόμενη ζήτηση για ποιοτικά μουσικά όργανα από συνθέτες οι οποίοι, από το 1680 και μετά, ενσωμάτωσαν πιατίνια στις συνθέσεις τους. Έτσι, ο Γερμανός συνθέτης Νικόλαους Άνταμ Στρουνγκ (1640-1700) ήταν ο πρώτος που τα χρησιμοποίησε στην όπερά του Esther, ακολουθούμενος από τον Κρίστοφ Γκλουκ στην Ιφιγένεια εν Ταύροις (1779), τον Μότσαρτ στην Απαγωγή από το Σεράι (1782) και τον Γιόζεφ Χάιντν στη Στρατιωτική Συμφωνία (1793).

Ο Αβεντίς Β΄ συμμετείχε με τα πιατίνια του σε εκθέσεις στην Ευρώπη, κερδίζοντας μετάλλια, κυρίως στο Παρίσι το 1851 και στο Λονδίνο το 1862. Πέθανε το 1865, και επειδή οι δύο γιοι του ήταν πολύ μικροί για να τον διαδεχθούν, ο έλεγχος της εταιρείας πέρασε στον αδελφό του Κερόπ, ο οποίος συνέχισε να εκθέτει και να συμμετέχει σε διαγωνισμούς, κερδίζοντας βραβεία στο Παρίσι (1867), στη Βιέννη (1873), στη Βοστώνη (1883), στην Μπολόνια (1888) και στο Σικάγο (1893). Το 1909, λίγο πριν φύγει από τη ζωή, ο Κερόπ εμπιστεύτηκε το μυστικό της τεχνογνωσίας στην οικογένεια του Αβεντίς Β΄. Την επιχείρηση ανέλαβε ο Αράμ, ο δευτερότοκος γιος του.

Πρώτες σφαγές Αρμενίων στην Τουρκία

Η άνοδος στην εξουσία του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ (1842-1918, γνωστού στην Ευρώπη με το προσωνύμιο «ο Αιμοσταγής Σουλτάνος») οδήγησε στις βίαιες σφαγές των Αρμενίων μεταξύ 1894 και 1896. Υπολογίζεται πως ο αριθμός των θυμάτων υπερβαίνει τις 200.000. Για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, οι Αρμένιοι οργανώθηκαν σε επαναστατικές ομάδες. Σύμφωνα με το δοκίμιο της Όντρεϊ Μ. Βόζνιακ, Forging a Lineage: Kinship, Mobility, and the Zildjian Cymbal (χαράσσοντας μια γενεαλογία: συγγένεια, κινητικότητα και το κύμβαλο Ζιλτζιάν)2, «ο Αράμ εντάχθηκε σε μια ομάδα Αρμενίων εθνικιστών για να συμμετάσχουν στη δολοφονία του Σουλτάνου το 1905».

Η επιχείρηση δολοφονίας απέτυχε, και ο Αράμ αναγκάστηκε να αναζητήσει καταφύγιο στο Βουκουρέστι. Άνοιξε ένα εργαστήριο με το ίδιο όνομα, διατηρώντας παράλληλα επαφή με αυτό της Κωνσταντινούπολης. Παρέμεινε στο Βουκουρέστι μέχρι το 1936, και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το μυστικό της τεχνογνωσίας πέρασε στον ανιψιό του Αβεντίς Γ΄, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στη Μασαχουσέτη το 1909, όπου και δημιουργήθηκε το πρώτο χυτήριο Ζιλτζιάν στο Κουίνσι αυτής της πολιτείας.

Τζαζ και κύμβαλα

Ήταν η εποχή που άνθιζε η τζαζ. Το 1930 ο Αβεντίς Γ΄ γνώρισε τον τζαζ ντράμερ και αρχηγό μπάντας Τζιν Κρούπα (1909-1973), ο οποίος τον βοήθησε να εναρμονίσει τα πιατίνια ορχήστρας, συχνά σε ζεύγη, ενθαρρύνοντάς τον να τα φτιάχνει ελαφρύτερα και λεπτότερα για να αποδίδουν καλύτερο ήχο. Στον ιστότοπο της εταιρείας Ζιλτζιάν όπου περιγράφεται η χρονολογική πορεία της εταιρείας, οι καινοτομίες του Αβεντίς Γ΄ στον σχεδιασμό του 1936 αποδίδονται στο γεγονός ότι «καλωσόρισε γρήγορα τους ταλαντούχους Αφροαμερικανούς μουσικούς που ηγούνταν του κινήματος της τζαζ.

Έχοντας βιώσει ο ίδιος διακρίσεις κατά την παιδική του ηλικία ως Αρμένιος που ζούσε στην Τουρκία, ο Αβεντίς Γ΄ ορκίστηκε ότι στην Zildjian Company δεν θα υπήρχε χώρος για διακρίσεις. Η βιογραφία του είναι μια ιστορία πετυχημένης ενσωμάτωσης, ενσαρκώνοντας το αμερικανικό όνειρο».

Ο Αβεντίς Γ΄ μετέδωσε την ειδημοσύνη του στον 14χρονο γιο του Αρμάν, ο οποίος ήταν ήδη παθιασμένος ντράμερ. Το 1944, όταν ο Αρμάν επέστρεψε από τον πόλεμο, «η εταιρεία απασχολούσε 15 άτομα, αυξάνοντας την παραγωγή σε 70.000 πιατίνια ετησίως. Ο Αρμάν συνεργάστηκε στενά με μεγάλα ονόματα της τζαζ όπως οι Gene Krupa, Buddy Rich, Max Roach, Shelly Manne, Elvin Jones και Tony Williams». Το 1963 παρουσίασε το «Charleston New Beat», ένα από τα πιο εμβληματικά και ευέλικτα ζεύγη πιατινιών με τα οποία έπαιξαν ο Μπένι Γκούντμαν και ο Ντιουκ Έλινγκτον. Το 1964, όταν οι Beatles εμφανίστηκαν στην εξαιρετικά δημοφιλή εκπομπή The Ed Salivan Show, η ζήτηση εκτοξεύτηκε στα ύψη και μέχρι το τέλος της χρονιάς έφτασε τις 90.000. Δέκα χρόνια αργότερα, στην 350η επέτειο της εταιρείας, ο Αρμάν άνοιξε ένα νέο εργοστάσιο στο Νόργουελ της Μασαχουσέτης. Το 1979, μετά τον θάνατο του Αβεντίς Γ΄, τα ηνία ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο Αρμάν.

Επαναστατικές καινοτομίες

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Αρμάν επανεπένδυσε τα κέρδη για να χρηματοδοτήσει νέα εργαλεία κατασκευής. Έναν χρόνο αργότερα αναβίωσε τη θρυλική χειροποίητη σειρά πιατινιών «K» (φόρος τιμής για τον Κερόπ Ζιλτζιάν). Το 1986 ο γιος του Αρμάν, ο Ραμπ, εγκαινίασε την πρώτη «Ημέρα Ζιλτζιάν», μια ολόκληρη μέρα αφιερωμένη στα πιατίνια, η οποία γρήγορα έγινε πρότυπο για τις «Ημέρες Κρουστών» στη μουσική βιομηχανία. Δύο χρόνια αργότερα ίδρυσε ένα εργοστάσιο κατασκευής για μπαγκέτες κρουστών στην Αλαμπάμα, που έγιναν σύντομα η πιο δημοφιλής επιλογή των ντράμερ. Το 1996 η εταιρεία Ζιλτζιάν έγινε η πρώτη εταιρεία κρουστών στον κόσμο που κατέκτησε την αναγνωρισμένη πιστοποίηση ποιότητας ISO 9001.

Το 1999 σηματοδότησε την είσοδο των γυναικών σε αυτή τη δυναστεία, καθώς ο Αρμάν διόρισε την κόρη του Κρέγκι ως διευθύνουσα σύμβουλο. Ήταν η πρώτη γυναίκα που πήρε αυτή τη θέση, την οποία κατείχε για είκοσι χρόνια (1999-2019) πριν παραδώσει τα ηνία στον Στέφανς. Λίγα χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατο του Αρμάν το 2002,«η 15η γενιά των Ζιλτζιάν, που αποτελείται από την Κάντι (αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου), την Έμιλι και τη Σαμάνθα (κόρη της Κρέγκι), συνεχίζει την παράδοση της παλαιότερης οικογενειακής επιχείρησης στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Σήμερα, οι καινοτομίες συνεχίζονται. Η σειρά «K. Custom Hybrid» κατέχει τα πιο αναγνωρισμένα βραβεία. Η εταιρεία χρησιμοποιεί μια διαδικασία που συνδυάζει παραδοσιακές τεχνικές με σύγχρονη τεχνολογία, συμπεριλαμβανομένης της τήξης, της έλασης, της σφυρηλάτησης και της τόρνευσης, για να διαμορφώσει τον ήχο κάθε πιατινιού.  Σε μια συνέντευξη που έδωσε η Κρέγκι το 1980 στο Drummer’s Journal δήλωσε: «Είμαστε η παλαιότερη εταιρεία στη μουσική βιομηχανία και μία από τις παλαιότερες οικογενειακές επιχειρήσεις στην Αμερική». Δήλωση που ισχύει μέχρι σήμερα, καθώς η εταιρεία κατέχει πάνω από το 65% της αγοράς κυμβάλων. Και η αδελφή της, η Ντέμπι, συμπληρώνει: «Ένα από τα πράγματα που κάναμε πάντα είναι ότι δεν είχαμε ποτέ συζύγους να εμπλέκονται στην επιχείρηση», και προσθέτει αστειευόμενη έναν ακόμη κανόνα: «Πάντα ενθαρρύναμε τις κόρες μας να μην ασχολούνται με μουσικούς, ειδικά με ντράμερ!».

Το χαρακτηριστικό λογότυπο της εταιρείας είναι άμεσα αναγνωρίσιμο σε κύμβαλα και άλλα κρουστά όργανα που συναντώνται παντού, από τοπικές αίθουσες συναυλιών μέχρι τις μεγαλύτερες ροκ συναυλίες. Μετά από δεκαπέντε γενιές, η οικογένεια Ζιλτζιάν εξακολουθεί να είναι κορυφαίος κατασκευαστής, προσφέροντας μεγάλη ποικιλία από πιατίνια (A Zildjian, K Zildjian, FX κ.ά.), μπαγκέτες (συμπεριλαμβανομένης της Vic Firth) και αξεσουάρ, κρατώντας μυστική τη φόρμουλα για το κράμα της, ένα κράμα που γοήτευσε τόσο τον Σουλτάνο όσο και τον απλό λαό για πρώτη φορά πριν από περίπου τετρακόσια χρόνια.

Πηγές
1. France Arménie: Νο 537-Φεβρουάριος 2026
2. Audrey M. Wozniak: https://www.cambridge.org/core/journals/journal-of-the-society-for-american-music/article/forging-a-lineage-kinship-mobility-and-the-zildjian-cymbal/71BDD1FB5865611D5F9C672C16648F2A: Με αυτόν τον τρόπο, θεωρώ τα μουσικά όργανα ως ουσιώδεις μεσολαβητές της ιστορίας της πολιτιστικής και μουσικολογικής ανάπτυξης, καθώς και των κατασκευών της ανθρώπινης ταυτότητας και σχέσης, αναδεικνύοντας πώς τέτοια αντικείμενα μπορούν τόσο να πραγματοποιήσουν όσο και να διαταράξουν τις επιστημολογίες μας και τους θεσμούς της σύγχρονης ζωής.
3. https://www.remarkablearmenians.com/blog/6gmbjt25x1u1gwxxmcd34pwo75mxwn
4. https://www.bbc.com/news/business-18261045