Του Τιμίου Σταυρού: δεν γιορτάζουμε και δεν δεχόμαστε επισκέψεις! Εκτύπωση

Κουήν Μινασιάν

Τεύχος: Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011

 


Καρ­ς, Α­νί, Ι­κτίρ, Μπε­για­ζίτ, Βαν, Α­χτα­μάρ

Έ­να σύ­ντο­μο ο­δοι­πο­ρι­κό με α­φορ­μή τη θεί­α λει­τουρ­γί­α στο να­ό Σουρ­π Χατ­ς στο νη­σί Αχτα­μάρ της λί­μνης Βαν.


Πρώ­τος σταθ­μός το Καρ­ς. Μια πε­ριο­χή της πό­λης εί­ναι γνω­στή στους κα­τοί­κους ως «η αρ­μενι­κή γει­το­νιά», αυ­τήν που τό­σο γλα­φυ­ρά πε­ρι­γρά­φει ο Ορ­χάν Πα­μούκ στο βι­βλί­ο του «το Χιό­νι»· διώ­ρο­φα αρ­χο­ντι­κά με την ι­διό­τυ­πη αρ­χι­τε­κτο­νι­κή και τα σκα­λί­σμα­τα στα μπαλ­κό­νια. Η εκ­κλη­σί­α των Α­γί­ων Α­πο­στό­λων (Σρπότ­ς Α­ρα­κε­λότ­ς) χτι­σμέ­νη το 935 στέ­κει όρ­θια, α­νέ­πα­φη α­πό το χρό­νο, σε ε­ξαι­ρε­τι­κή κα­τά­στα­ση, αν κι έ­χει με­τα­τρα­πεί σε τζα­μί. Το μου­σεί­ο της πό­λης φι­λο­ξε­νεί ευ­ρή­μα­τα της ε­πο­χής των Ου­ραρ­τού, αλ­λά και νε­ό­τε­ρα εκ­θέ­μα­τα των «…Αρ­με­νί­ων που ζού­σαν κά­πο­τε ε­δώ». Αυ­τή τη φρά­ση τη συ­να­ντή­σα­με αρ­κε­τές φο­ρές σε πι­να­κί­δες ή του­ρι­στι­κούς ο­δη­γούς α­πό το Καρ­ς ως τη Βαν. Σε ε­ρώ­τη­σή μας «τι έ­γι­ναν οι Αρ­μέ­νιοι που ζού­σαν κά­πο­τε ε­δώ;», α­ντί απά­ντη­σης λά­βα­με έ­να κα­κό­μοι­ρο βλέμ­μα, σαν να ‘λε­γε: «…μη με φέρ­νε­τε σε δύ­σκο­λη θέ­ση».

Ε­πό­με­νος σταθ­μός Α­νί. Στην ε­ρει­πω­μέ­νη πό­λη -α­κρι­τι­κή στρα­τιω­τι­κή ζώ­νη πλέ­ον- απ’ ό­λα τα με­γα­λειώ­δη κτή­ρια, σαν φα­ντά­σμα­τα πα­ρα­μέ­νουν με­ρι­κές μι­σο­γκρε­μι­σμέ­νες εκ­κλη­σί­ες. Α­πό το 1915 έ­ως πρό­σφα­τα έ­γι­νε συ­στη­μα­τι­κή προ­σπά­θεια να τις ι­σο­πε­δώ­σουν, μα αυ­τές α­ντι­στά­θη­καν και στέ­κουν. Στο βα­σι­λι­κό να­ό του 9ου αιώ­να της Πα­να­γί­ας Θε­ο­μή­το­ρος (στην πι­να­κί­δα γρά­φει Φε­τι­γιέ Τζα­μί) ψάλ­λα­με το «Ντερ Βο­γορ­μιά» (Κύ­ριε Ε­λέ­η­σον), προς με­γά­λη έκ­πλη­ξη των άγ­γλων, αυ­στρια­κών, γερ­μα­νών κι α­με­ρι­κα­νών του­ρι­στών -που εισ­ρέ­ουν πλέ­ον κα­τά δε­κά­δες. Εί­χαν υ­πο­στεί «ι­στο­ρι­κό πα­ρα­λο­γι­σμό» α­πό τους ντό­πιους ξε­να­γούς -κά­πο­τε οι σελ­τζού­κοι ή­ταν χρι­στια­νοί κι άλ­λα τέ­τοια.

Στο πλά­ι της ρέ­ει το πο­τά­μι Αρ­πά Τζά­ι (Α­χου­ριάν) που χα­ρά­ζει τα σύ­νο­ρα, η γέ­φυ­ρά του γκρε­μι­σμέ­νη, θλι­βε­ρή σκιά. Η α­πέ­να­ντι ό­χθη εί­ναι Αρ­με­νί­α. Έ­βλε­πες τους φα­ντά­ρους στη­μέ­νους στα φυ­λά­κια και α­πό τις δυο με­ριές, τις δυο ση­μαί­ες α­ντί­κρυ... Τι νό­η­μα έ­χουν ό­λα αυ­τά, τι ε­ξυ­πη­ρε­τούν, ως πό­τε; Το ψέ­μα, το μί­σος κι ο φα­να­τι­σμός συν­θλί­βουν ως σή­με­ρα την προ­κο­πή των α­πλών κα­θη­με­ρι­νών αν­θρώ­πων του μό­χθου. Αυ­τή η υ­πέρ­λα­μπρη στο πα­ρελ­θόν πε­ριο­χή, χτι­σμέ­νη πά­νω στο δρό­μο του με­τα­ξιού, εί­ναι πα­ρα­δο­μέ­νη πλέ­ον στη μι­ζέ­ρια. Α­κό­μη κι α­πό το α­ε­ρο­πλά­νο φαί­νε­ται η α­νι­σο­με­ρής α­νά­πτυ­ξη της α­χα­νούς χώ­ρας.

 

Α­πο­μει­νά­ρια ι­στο­ρί­ας…


Ό­λη η α­να­το­λι­κή Τουρ­κί­α σαν μια έ­ρη­μος, πα­ρα­δο­μέ­νη στην ε­ξα­θλί­ω­ση και τη φτώ­χεια. Μι­κρά παι­δά­κια ζη­τια­νεύ­ουν πα­ντού. Τα δά­ση α­πο­ψι­λω­μέ­να. Ά­θλια φράγ­μα­τα κό­βουν τη ρο­ή άλ­λο­τε πλού­σιων, σή­με­ρα πρα­σι­νο­κί­τρι­νων πο­τα­μών. Απ’ ό­που πε­ρά­σα­με δεν εί­ναι πό­σι­μο το νε­ρό, πί­νουν εμ­φια­λω­μέ­να. Χύ­θη­κε πο­λύ αί­μα για αυ­τή τη γη, ας την πρό­σε­χαν λί­γο!

Περ­νά­με α­πό το Τε­κόρ, γε­μά­το α­πο­μει­νά­ρια αρ­με­νι­κών ε­ρει­πί­ων. Ο­δεύ­ου­με στο πλά­ι του πο­τα­μού Α­ράξ και τα πα­ρά­θυ­ρα του πούλ­μαν με­τα­βάλ­λο­νται σε κά­δρα του Σα­ριάν.

Στο Ι­κντίρ, στην πρό­σο­ψη του 2ου ο­ρό­φου ε­νός κτη­ρί­ου στην κε­ντρι­κή πλα­τεί­α της πό­λης δια­βά­ζου­με: «Σύλ­λο­γος για τη Διά­ψευ­ση της Αρ­με­νι­κής Προ­πα­γάν­δας». Κα­νείς α­πό τους συ­νο­δοι­πό­ρους μου δεν έ­νιω­σε ευ­πρόσ­δε­κτος ε­κεί. Στο δρό­μο για Μπε­για­ζίτ εμ­φα­νί­ζε­ται η χιο­νι­σμέ­νη κο­ρυ­φή του Α­ρα­ράτ. Η δυ­τι­κή του ό­ψη εί­ναι ε­ξί­σου ε­ντυ­πω­σια­κή, ό­πως άλ­λω­στε και η α­να­το­λι­κή α­πό το Γε­ρε­βάν.

Ε­κεί­νο το βρά­δυ, στο μπαλ­κό­νι του ξε­νο­δο­χεί­ου στο Ντο­γου­μπε­για­ζίτ, κα­θί­σα­με με­ρι­κοί ως αρ­γά και συ­ζη­τού­σα­με κά­τω α­πό το βλέμ­μα του βι­βλι­κού ό­ρους. Η οι­κειό­τη­τα που νιώ­θα­με -ά­γνω­στοι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι με­τα­ξύ μας μέ­χρι προ­χθές- λες και ή­μα­σταν συμ­μα­θη­τές α­πό το σχο­λεί­ο, το ε­πί­πε­δο της κου­βέ­ντας, η φορ­τι­σμέ­νη κοι­νή μας ι­στο­ρί­α, η φρά­ση “...ε, λοι­πόν, αν δεν εί­χε αυ­τό το ε­πι­βλη­τι­κό χιό­νι χει­μώ­να κα­λο­καί­ρι, δεν θα ‘ταν και τί­πο­τα...”, τα γέ­λια και οι συ­γκι­νή­σεις, η α­ντα­νά­κλα­ση του αιώ­νιου χιο­νιού κά­τω απ’ τα α­στέ­ρια, η διά­θε­ση ν’ α­γκα­λια­στού­με, να μη χα­θού­με, το συ­μπέ­ρα­σμα “δεν θέ­λου­με εκ­δί­κη­ση, θέ­λου­με δι­καιο­σύ­νη” σφρά­γι­σαν τη νύ­χτα, ί­σως και το τα­ξί­δι.

 

Στο «βω­μό» του του­ρι­σμού


Φτά­νο­ντας στην πό­λη Βαν πή­ρα­με άλ­λη μια δό­ση α­πό το χά­πι «Ι­στο­ρι­κός Πα­ρα­λο­γι­σμός». Και ό­λα για τον του­ρι­σμό! Κι α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο στο Αχτα­μάρ, ό­που πα­ρό­λο που η συ­γκί­νη­ση ή­ταν φα­νε­ρή στα πρό­σω­πα των προ­σκυ­νη­τών, οι δε­κά­δες δη­μο­σιο­γρά­φοι με τις κά­με­ρές τους κι η α­προ­κά­λυ­πτη πα­ρου­σί­α της α­στυ­νο­μί­ας δεν μας ά­φη­σαν να α­φο­σιω­θού­με στην τε­λε­τή. Αχτα­μάρ, θα ξα­νάρ­θου­με! Μα ό­ταν κα­τα­λα­γιά­σει ο ε­πι­δει­κτι­κός θό­ρυ­βος για τα θυ­ρα­νοί­ξια του Τι­μί­ου Σταυ­ρού, ό­ταν πά­ψει να εί­ναι του­ρι­στι­κή α­τρα­ξιόν κι ε­μείς κο­μπάρ­σοι τους.

Αν υ­πάρ­χουν με­ρι­κές ευ­τυ­χι­σμέ­νες στιγ­μές στη ζω­ή, αυ­τή ή­ταν μί­α! Μα έ­σβη­σε γρή­γο­ρα...

Α­πό το Μπε­για­ζίτ εί­χε ξε­κι­νή­σει η α­σφυ­κτι­κή ε­πο­πτεί­α της α­στυ­νο­μί­ας, της α­σφά­λειας και του στρα­τού, ει­δι­κά στην ο­μά­δα μας. Η πρό­φα­ση ή­ταν η α­σφά­λειά μας. Ή­μα­σταν βλέ­πεις στην καρ­διά της Κουρ­δι­κής α­ντί­στα­σης! Το στρα­τιω­τι­κό τζιπ συ­νε­χώς πί­σω μας με κου­κου­λο­φό­ρους των ει­δι­κών δυ­νά­με­ων και τα αυ­τό­μα­τα προ­τε­τα­μέ­να. Μπρο­στά δυο α­μά­ξια της α­σφά­λειας γε­μά­τα κου­στου­μα­ρι­σμέ­νους α­σφα­λί­τες. Κά­ποια στιγ­μή, χρειά­στη­κε να κα­τε­βού­με δυο ά­το­μα α­πό το πούλ­μαν να πά­ρου­με νε­ρό. Τρεις α­σφα­λί­τες μας συ­νό­δε­ψαν στο μα­γα­ζά­κι. “Ας προ­στα­τεύ­α­τε τό­τε, το ‘15 τους δι­κούς μας, τον Χρά­ντ Ντιν­κ πρό­σφα­τα...”, ψέλ­λι­σα κι οι συ­νο­δοι­πό­ροι μου δά­γκω­σαν τα χεί­λη τους. Δεν υ­πήρ­ξε α­πό με­ριάς τους κα­μί­α δια­κρι­τι­κό­τη­τα, ή­ταν ε­πί­δει­ξη δύ­να­μης και ε­πι­βο­λή κα­τά τη γνώ­μη μου, που ε­πι­βε­βαί­ω­νε πως ως «του­ρί­στας» δεν μπο­ρείς να κυ­κλο­φο­ρείς α­νέ­με­λα σ’ αυ­τή τη χώ­ρα, πρέ­πει να δια­θέ­τεις χιού­μορ για να την α­ντέ­ξεις. Μα ας μη γε­λιό­μα­στε, ό­σο το τουρ­κι­κό κρά­τος δεν α­να­γνω­ρί­ζει τη γε­νο­κτο­νί­α, η γε­νο­κτο­νί­α συ­νε­χί­ζε­ται…

 


[Top]