Το Αρμενικό Μουσείο Μόσχας και Πολιτισμού των Εθνών Εκτύπωση E-mail

MoscowMusee

mirrorspectator.com – Μετάφραση: Γκάρο Αγαμπατιάν

Οι Αρμένιοι, όπου κι αν εγκαταστάθηκαν σε κάθε γωνιά του πλανήτη, μακριά από την πατρίδα τους, ίδρυσαν κοινότητες και έχτισαν εκκλησίες και σχολεία. Τα μουσεία, όμως, συνιστούν έναν διαφορετικό τρόπο διατήρησης και παρουσίασης του αρμενικού πολιτισμού στον κόσμο και στις νέες γενιές των Αρμενίων. Το «Αρμενικό Μουσείο Μόσχας και Πολιτισμού των Εθνών» διαδραματίζει ακριβώς αυτό τον ρόλο. Ο ιδρυτής του μουσείου, Ρουπέν Τσολάκοβιτς Κρικοριάν, αναφέρθηκε στις περίπλοκες συνθήκες ίδρυσής του. Ο Ρουπέν Κρικοριάν γεννήθηκε και σπούδασε στο Γερεβάν. Η οικογένεια του πατέρα του καταγόταν από ένα χωριό κοντά στο Μους, στην τουρκοκρατούμενη Αρμενία. Μετά την αποφοίτησή του από το Πολυτεχνικό Ινστιτούτο του Γερεβάν ως ραδιομηχανικός, ο Κρικοριάν μετακόμισε στη Μόσχα το 1986 και εργάστηκε ως εκπαιδευτικός, διδάσκοντας μηχανική και πληροφορική. Έπειτα από μια περίοδο στη Γερμανία, επέστρεψε στη Μόσχα, αλλά η Σοβιετική Ένωση είχε καταρρεύσει, οπότε ο Κρικοριάν στράφηκε στον τομέα των ακινήτων, κυρίως σε επενδύσεις, κατασκευές και διαχείριση (real estate), καταγράφοντας αρκετές επιτυχίες στο ενεργητικό του. Το 2002 αποφοίτησε από το Κρατικό Πανεπιστήμιο Διοίκησης της Μόσχας, με διδακτορική διατριβή στη διαχείριση μικρών επιχειρήσεων, ενώ από το 2017 έγραψε πολλά βιβλία. Έχει πραγματοποιήσει διάφορα φιλανθρωπικά έργα στην Αρμενία και στο Αρτσάχ.

Η κατασκευή του καθεδρικού ναού και του μουσείου

Κατά τη σοβιετική περίοδο, μόνο μία αρμενική εκκλησία μπορούσε να λειτουργήσει στη Μόσχα. Όμως, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, και καθώς η αρμενική κοινότητα της Μόσχας συνέχιζε να αναπτύσσεται, αποφασίστηκε να χτιστεί ένας καθεδρικός ναός και ένα κτιριακό συγκρότημα, στο οποίο θα δημιουργείτο και ένα μουσείο. Ο Κρικοριάν ανέφερε ότι χάρη στην πρωτοβουλία πολλών επιφανών Αρμενίων επιχειρηματιών, οι ρωσικές αρχές παραχώρησαν το 1998 ένα οικόπεδο σε ιδανική τοποθεσία στο κέντρο της Μόσχας, στην περιοχή του Meshchanskiy.

Ο Κρικοριάν συμπλήρωσε ότι οι Αρμένιοι της Μόσχας πιθανόν να αριθμούν πάνω από ένα εκατομμύριο, όμως είναι διασκορπισμένοι, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν συμπαγείς αρμενικές συνοικίες. Για τον λόγο αυτό, η τοποθεσία του εκκλησιαστικού συγκροτήματος σε κεντρικό σημείο της πόλης ήταν ιδιαίτερα σημαντική, διότι πρόκειται για περιοχή εύκολα προσβάσιμη με το μετρό και τις υπόλοιπες δημόσιες συγκοινωνίες, καθώς και με το αυτοκίνητο. Η κατασκευή ξεκίνησε υπό τη διεύθυνση του Μουράτ Σαρκισιάν, ο οποίος ήταν γνωστός για την οικοδόμηση του ξενοδοχείου «Αραράτ Παρκ Χαγιάτ» στη Μόσχα. Όμως, μέχρι το 2009 είχε κατασκευαστεί μόνο το υπόγειο του καθεδρικού ναού. Αιτία, όπως δήλωσε ο Κρικοριάν, ήταν «η έλλειψη συνεργασίας και η διχόνοια της αρμενικής κοινότητας». Η αποπομπή του Αρχιεπισκόπου Ντιράν Κιουρεγιάν, Προκαθήμενου της Αρμενικής Επισκοπής Ρωσίας και Νέου Ναχιτσεβάν το 2000, και ο διορισμός του νέου Επισκόπου Εζράς Νερσισιάν, αδελφού του σημερινού Καθολικού, εμπόδισαν επίσης τη διαδικασία κατασκευής.

Στο μεταξύ, ο Μουράτ Σαρκισιάν αρρώστησε και πέθανε από καρκίνο. Το 2009, ο Κρικοριάν εξήγησε ότι με τη συμφωνία του Μουράτ Σαρκισιάν και του νέου Προκαθήμενου, και λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία του στον τομέα των ακινήτων, ζητήθηκε από τον ίδιο και την εταιρεία του Rutsog-Invest να αναλάβουν την ολοκλήρωση του έργου. Από το σημείο αυτό και μετά, το έργο κόστισε περίπου 10 εκατομμύρια δολάρια. Τα κατασκευαστικά σχέδια άλλαξαν εντελώς και έπρεπε να εγκριθούν από την κυβέρνηση. Αρκετές δεκάδες Αρμένιοι οικοδόμοι συμμετείχαν στις εργασίες. Παράλληλα, καθώς η κατασκευή προχωρούσε, πολλοί ακόμη Αρμένιοι ευεργέτες συνέβαλαν στο έργο. Ο καθεδρικός ναός ολοκληρώθηκε πλήρως και εγκαινιάστηκε το 2014, έξι μήνες πριν από την επέτειο των εκατό χρόνων της Γενοκτονίας των Αρμενίων.

Συνοπτικά, το συγκρότημα, που ολοκληρώθηκε εντός πέντε ετών, καταλαμβάνει μια επιφάνεια 25.000 τ.μ.. Περιλαμβάνει τον καθεδρικό ναό της Μεταμορφώσεως, το παρεκκλήσι του Τιμίου Σταυρού, μια αίθουσα συνεδριάσεων, βιβλιοθήκη, χώρο στάθμευσης, καθώς κι ένα μουσείο, που επρόκειτο να ανοίξει στην επέτειο των εκατό χρόνων από τη Γενοκτονία των Αρμενίων.

Για την επέτειο των εκατό χρόνων, μια επιτροπή σχεδίαζε τελετές, ακαδημαϊκές διαλέξεις, μελέτες και άλλες δραστηριότητες, αλλά ο Κρικοριάν θεώρησε ότι αυτό δεν ήταν αρκετό, ήταν «μόνο λόγια χωρίς αντίκρισμα». Η ιδέα του μουσείου ήταν να δείξει στον κόσμο τι σημαίνει «Γιεγέρν», η Γενοκτονία των Αρμενίων. Τόνισε ότι «αν μπορείτε εύκολα να εξοντώσετε τόσο πολλούς αθώους ανθρώπους, και μάλιστα παιδιά, γυναίκες και ηλικιωμένους, τότε η ανθρωπότητα αυτοκαταστρέφεται». Συνέχισε λέγοντας ότι ο Χίτλερ ήταν σε θέση να δηλώσει ότι κανείς δεν θυμάται πώς οι Τούρκοι εξολόθρευσαν τους Αρμένιους, οπότε και προχώρησε χωρίς δισταγμό στα εγκλήματα κατά των Εβραίων. «Υπάρχει η ηθική και ανθρώπινη διάσταση. Πρέπει να δείξουμε ότι αν ακολουθήσουμε αυτό τον δρόμο, όχι μόνο οι Εβραίοι αλλά κι άλλοι λαοί μπορεί να κυνηγηθούν και να εξοντωθούν. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι πρέπει να είναι λογικοί και να μην ζουν σαν τα ζώα, κατανοώντας ότι δεν μπορούν να διαπράττουν τέτοιες φρικαλεότητες».

Οι εργασίες για την κατασκευή του μουσείου προχώρησαν με εντατικούς ρυθμούς από τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 2014 ως τον Απρίλιο του 2015, και το συνολικό κόστος ανήλθε στο 1,5 εκατομμύριο δολάρια. Το «Αρμενικό Μουσείο Μόσχας και Πολιτισμού των Εθνών» άνοιξε τις πύλες του στις 22 Απριλίου 2015, ένα μουσείο υψηλής τεχνολογίας, σε μια επιφάνεια 2.000 τ.μ., με ένα αμφιθέατρο για τρισδιάστατες προβολές και διαδραστικές εκθέσεις. Στα εγκαίνια παρευρέθηκαν Αρμένιοι αξιωματούχοι, Ρώσοι ακαδημαϊκοί και κυβερνητικοί αξιωματούχοι, όπως ο Στανισλάβ Γκοβορούχιν, πρόεδρος της Επιτροπής Πολιτισμού της Ρωσικής Κρατικής Δούμας.

Ο Κρικοριάν ανέφερε ότι κατά τους έξι πρώτους μήνες περίπου 100.000 άτομα επισκέφτηκαν το μουσείο, συμπεριλαμβανομένων πολλών Ρώσων. Μάλιστα, τόνισε ότι όλοι σχεδόν «έφυγαν με δάκρυα στα μάτια». Στην έκθεση προβάλλονται ταυτόχρονα διάφορα επεισόδια διάρκειας 40-45 λεπτών. Τρεις τοίχοι και η οροφή της αίθουσας χρησιμοποιούνται έτσι ώστε να υπάρχουν παντού εικόνες. Η αφήγηση γίνεται σε τρεις γλώσσες, ρωσικά, αρμενικά και αγγλικά. Ονομάζεται «The Armenian Dantesque», από το ομώνυμο ποίημα του Χοβαννές Σιράζ στην αρμενική γλώσσα. Μιλούν επιζώντες, μελετητές και παιδιά επιζώντων. Προβάλλονται εικόνες των Αρμενίων που δολοφονήθηκαν, μαζί με τα δημιουργικά έργα τους, έτσι ώστε οι επισκέπτες να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος του πολιτισμού που χάθηκε.

Τραγούδια και χοροί από το Ντικρανακέρτ

Τα εκθέματα του Αρμενικού Μουσείου προέρχονται κατά ένα μεγάλο μέρος από το Μουσείο του Αρμενικού Κρατικού Παιδαγωγικού Πανεπιστημίου, από το Ινστιτούτο της Γενοκτονίας των Αρμενίων, καθώς και από πολλά άλλα μουσεία ή ινστιτούτα του Γερεβάν.
Όταν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες στο συγκρότημα, ο Κρικοριάν δήλωσε ότι η εκκλησία θα πρέπει να ανήκει και να ελέγχεται από τον αρμενικό κλήρο, με επικεφαλής τον τοπικό προκαθήμενο Αρχιεπίσκοπο Εζράς Νερσισιάν. Αυτό ανάγκασε τον Κρικοριάν και το προσωπικό του να μεταφέρουν το μουσείο τον Δεκέμβριο του 2015 σε άλλη τοποθεσία στην ίδια περιοχή, ενώ ένα άλλο μουσείο, το οποίο ονομάστηκε
«Νταμπάν» (κιβωτός), παρέμεινε στο συγκρότημα.

Συλλογές

Το μουσείο, στη νέα του θέση, φιλοξενεί μια βιβλιοθήκη με σπάνια βιβλία και εκδόσεις. Διαθέτει πολλά αρμενικά μεσαιωνικά χειρόγραφα και μια συλλογή από αρμενικές ενδυμασίες. Εκθέτει και αρχαία αντικείμενα, όπως ένα αγγείο του 3ου-2ου αιώνα π.Χ. που βρέθηκε κατά τη διάρκεια ανασκαφών στο Σιουνίκ της Αρμενίας. Ωστόσο, τα τεχνουργήματα στις συλλογές του χρονολογούνται κυρίως από τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα. Μεταξύ αυτών εμφανίζεται το μετάλλιο «Η κατάληψη του φρουρίου του Γερεβάν», το οποίο εκδόθηκε για να τιμήσει τη νίκη των Ρώσων στον ρωσο-περσικό πόλεμο του 1826-28, που οδήγησε στην προσάρτηση της Ανατολικής Αρμενίας στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Ο καταστατικός χάρτης του Ινστιτούτου Ανατολικών Γλωσσών Λαζάρεφ (1855) και το εικονογραφημένο περιοδικό Μαγιάκ της Αρμενίας (1881) αποτελούν επίσης μέρος των εκθεμάτων της αρμενικής κοινότητας της Μόσχας.

Ακόμη, παρουσιάζεται ένας αριθμός εκδόσεων και αντικειμένων που αφορούν τις σφαγές των Οθωμανών Αρμενίων από τον Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β΄, καθώς και τη Γενοκτονία. Συμπεριλαμβάνονται επίσης ένα τεύχος του περιοδικού Le Rire (Το γέλιο), που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1897 με μια γελοιογραφία του Αβδούλ Χαμίτ Β΄, του «Αιμοβόρου Σουλτάνου», η ανθολογία στη ρωσική γλώσσα με τίτλο «Αδελφική βοήθεια στους Αρμένιους που τραυματίστηκαν στην Τουρκία», όπως και κείμενα διαφόρων συγγραφέων, μελετητών και ιστορικών που δημοσιεύθηκαν στη Μόσχα το 1897 από τον Grigory Dzhanshiev (Κρικόρ Τζανσιάν).

Διαδραστικές οθόνες

Το μουσείο δίνει έμφαση στις διαδραστικές οθόνες. Εκτός από την έκθεση που είναι αφιερωμένη στη Γενοκτονία των Αρμενίων, υπάρχουν αρκετές άλλες σημαντικές ενότητες. Μεταξύ αυτών, ο επισκέπτης μπορεί να δει μια διαδραστική υδρόγειο σφαίρα που παρέχει πληροφορίες για τις αρμενικές κοινότητες του κόσμου. Όταν γυρίζει η υδρόγειος, στην οθόνη εμφανίζεται η τοποθεσία των αρμενικών κοινοτήτων. Μεγεθύνοντας, παρουσιάζονται πληροφορίες για τον αριθμό των Αρμενίων που ζουν σε κάθε κοινότητα καθώς και για τα ιδρύματά της, συμπεριλαμβανομένων των σχολείων, των εκκλησιών και των φεστιβάλ που πραγματοποιούνται.

Ένα άλλο παρόμοιο εικονικό έκθεμα παρουσιάζει σύγχρονους Αρμένιους ζωγράφους με τα έργα και τις βιογραφίες τους. Ο Κρικοριάν υπογράμμισε ότι το τελευταίο μέρος του ονόματος του μουσείου περιλαμβάνει τη φράση «και Πολιτισμού των Εθνών» λόγω της σημασίας των παγκόσμιων πολιτισμών. Όπως τόνισε ο ίδιος, «πρέπει να τοποθετήσουμε τον αρμενικό πολιτισμό στο πλαίσιο του παγκόσμιου πολιτισμού. Αυτό είναι δυνατόν μόνο όταν υπάρχουν εκθέσεις στις οποίες ο αρμενικός πολιτισμός συγκρίνεται με άλλους πολιτισμούς και ανθρώπινες αξίες». Επιπλέον, πρόσθεσε ότι «αν δείχνετε μόνο τον εαυτό σας, απλώς επαινείτε τον εαυτό σας».

Ειδικές εκθέσεις και διαλέξεις

Τους τελευταίους έξι μήνες, σύμφωνα με το προσωπικό τού μουσείου, πραγματοποιήθηκαν είκοσι διαλέξεις και περιοδικές εκθέσεις. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η έκθεση του λαϊκού Ρώσου καλλιτέχνη Βαλερί Πολότνοβ «Αρμενία. Ρωσία. Με αγάπη».

Υπήρξαν διάφορες εκδηλώσεις αφιερωμένες στην επέτειο του δεύτερου πολέμου του Αρτσάχ: Μια έκθεση φωτογραφίας του πολεμικού ανταποκριτή Ρόστισλαβ Ζουράβλεβ με τίτλο «Black Gardens of War» (Οι μαύροι κήποι του πολέμου), προβολές ντοκιμαντέρ από τους πολεμικούς ανταποκριτές Τιμοφέι Ερμακόφ και Μιχαήλ Αξέλ, όπως το «Unbroken Artsakh» (Το άθραυστο Αρτσάχ) και το «Armenia after the War» (η Αρμενία μετά τον πόλεμο), όπως επίσης και μια έκθεση τέχνης του Σαμβέλ Αγκοπιάν.

Στην 33η επέτειο από το σεισμό στο Σπιτάκ, το μουσείο φιλοξένησε μια έκθεση φωτογραφίας του Αλεξάντερ Σεμλιάεφ με τίτλο «Δεκέμβριος του ’88. Σεισμός στην Αρμενία», όπου παρουσιάστηκαν αδημοσίευτες φωτογραφίες από το Σπιτάκ και το Γκιουμρί.

Επίσης, αξίζει να σημειώσουμε τις διαλέξεις της Ναταλία Τιγκράνοβνα Παχσαριάν, διδάκτορος φιλολογίας και καθηγήτριας του Κρατικού Πανεπιστημίου Λομονόσοφ της Μόσχας, σχετικά με δύο Γάλλους συγγραφείς αρμενικής καταγωγής —τον θεατρικό συγγραφέα Αρθούρ Αντάμοφ και τον μυθιστοριογράφο Ανρί Τρουαγιά. Ο αρχιτέκτονας Τιγκράν Χαρουτιουνιάν μίλησε σε διάφορες περιπτώσεις για τα εθνικά σύμβολα και τον αστικό χώρο της Αρμενίας μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, ενώ η παρουσίαση του ειδικού στον κινηματογράφο Γκεόργκι Νερσέσοφ αφορούσε την κλασική ταινία του Σεργκέι Παρατζάνοφ «Το χρώμα του ροδιού».

Τον Φεβρουάριο, το μουσείο εγκαινίασε μια έκθεση φωτογραφίας του Ρώσου φωτογράφου και ταξιδιώτη Αρσένι Κοτόφ με τίτλο «Αρχιτεκτονική της Αρμενίας: η σοβιετική κληρονομιά», αφιερωμένη στα μνημεία του αρμενικού αρχιτεκτονικού μοντερνισμού της σοβιετικής εποχής. Μερικά από τα μελλοντικά σχέδια του μουσείου περιλαμβάνουν μια έκθεση της καλλιτέχνιδας Μαρί Κεβορκιάν και μια έκθεση τέχνης αφιερωμένη στην 107η επέτειο της Γενοκτονίας των Αρμενίων.

Διαλέξεις και εκδηλώσεις διεξάγονται γενικά στη ρωσική γλώσσα, όταν όμως γίνονται στην αρμενική, όπως στην περίπτωση που συμμετέχουν ομιλητές από την Αρμενία, παρέχεται ταυτόχρονη μετάφραση στη ρωσική. Τα βίντεο είναι επίσης στη ρωσική, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις εμφανίζονται αρμενικοί ή αγγλικοί υπότιτλοι.

Συνεργασία με άλλα μουσεία και ιδρύματα

Το προσωπικό του Αρμενικού Μουσείου περιλαμβάνει έναν διευθυντή, έναν επιμελητή εκθεσιακών χώρων, και αρκετούς συντάκτες. Αυτοί επιβλέπουν τις εργασίες του ιστότοπου του μουσείου, της αίθουσας διαλέξεων και των εκθεσιακών χώρων, καθώς και τη διαχείριση των πληροφοριών στα κοινωνικά δίκτυα, μαζί με τον οπτικό σχεδιασμό. Στο προσωπικό περιλαμβάνεται επίσης ένας φωτογράφος, ένας οπτικογράφος, ένας επιμελητής και ένας ειδικός τεχνικός. Συνολικά, σύμφωνα με τον Κρικοριάν, το προσωπικό αριθμεί γύρω στα δεκαπέντε άτομα.

Στο έργο του μουσείου συμβάλλουν και πολλοί ανεξάρτητοι Αρμένιοι και ξένοι ανταποκριτές που μελετούν την αρμενική ιστορία και τον πολιτισμό. Μάλιστα, το μουσείο δημοσιεύει συχνά άρθρα για πολιτιστικά θέματα. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Κρικοριάν και το προσωπικό, το μουσείο συνεργάζεται με μεγάλο αριθμό πολιτιστικών ιδρυμάτων στην Αρμενία και στη Ρωσία. Στην Αρμενία, συνεργάζεται με την Εθνική Πινακοθήκη της Αρμενίας, με το Ρωσικό Μουσείο, με το Μουσείο Σαριάν και με το Μουσείο Παρατζάνοφ. Ακόμη, το Αρμενικό Μουσείο έχει πραγματοποιήσει διάφορα κοινά εκθεσιακά προγράμματα με το Υπουργείο Πολιτισμού της Ρωσίας, με το Κρατικό Μουσείο Καλών Τεχνών Πούσκιν, με το Μουσείο του Ομοσπονδιακού Ιατρικού Βιοφυσικού Κέντρου Αβετίκ Μπουρναζιάν, με το Μουσείο της Μόσχας, με την Ένωση Καλλιτεχνών Μόσχας, με το Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο της Μόσχας, με το Ταμείο Πολιτισμού «Actual Art» (πραγματική τέχνη), με το πρόγραμμα «Μανία Σινεμά», με τη Ρωσική Κρατική Βιβλιοθήκη, με το Μουσείο Ρωσο-αρμενικής Φιλίας στο Ροστόφ, επί του ποταμού Ντον, και με το Εβραϊκό Μουσείο και Κέντρο Ανοχής στη Μόσχα. Το μουσείο συνεργάζεται επίσης με διάφορα ιδρύματα σε άλλες χώρες της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας. Ο Κρικοριάν σημείωσε ότι το μουσείο αριθμεί πάνω από 200.000 ακολούθους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο αριθμός των επισκεπτών ανά μήνα εξαρτάται από το είδος των εκδηλώσεων και των παρουσιάσεων εκείνη την περίοδο, αλλά κατά μέσο όρο αγγίζει τα 250-300 άτομα, κυρίως Ρώσοι και Αρμένιοι. Εμφανίζονται επίσης, κατά περιόδους, ομάδες Γεωργιανών, Ελλήνων, Ιρανών ή Γεζίντι επισκεπτών.

Σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν

Ο Κρικοριάν ανέφερε ότι η Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν δεν επιχείρησαν να εμποδίσουν την ίδρυση του μουσείου ή να ασκήσουν κάποια πίεση. Ωστόσο, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το φέισμπουκ, διαμαρτύρονται για τις αναρτήσεις του και επιχειρούν να κλείσουν τους ιστοτόπους του. Όταν όμως υπάρχουν εποικοδομητικές συζητήσεις, το προσωπικό του μουσείου απαντά στην ουσία των σχολίων. Για παράδειγμα, όταν προβλήθηκε μια ταινία για τον Καρεκίν Νζτεχ, το Αζερμπαϊτζάν διαμαρτυρήθηκε χαρακτηρίζοντας τον Νζτεχ φασίστα που συνεργάστηκε με τους Γερμανούς Ναζί, όμως το μουσείο απάντησε με δικά του άρθρα, καταδεικνύοντας ότι αυτό ήταν ψευδές…

 

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 61 επισκέπτες συνδεδεμένους