Ντικράν Μπιζντικιάν Εκτύπωση E-mail

Dikran Bzdikian

Μαρτυρία για την κατοχή, το μπλόκο και τον εμφύλιο στο Δουργούτι

Έρευνα-Μετάφραση: Κουήν Μινασιάν

Ο Ντικράν Μπιζντικιάν γεννήθηκε στη Δράμα το 1925. Την ίδια χρονιά, μαζί με τους γονείς του, Οβαννές και Βαρτουή, μετακομίζουν στην Αθήνα και εγκαθίστανται στο Δουργούτι1, όπου γεννήθηκαν τα άλλα τρία αδέλφια του: Ζιράιρ, Χράιρ και Αννίκ. Οι δικοί του, έχοντας διασωθεί από σφαγές και διωγμούς, και τα πρώτα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς, έρχονται τώρα να ζήσουν τα τραγικά χρόνια της γερμανικής κατοχής κι έπειτα του εμφυλίου στο «Ντομούζ Νταμί», κάτω από τον «ιερό βράχο της Ακρόπολης».

Τη δεκαετία του ’60, ο Ντικράν καταφέρνει, μετά από αρκετή προσπάθεια, να μεταναστεύσει μαζί με την οικογένειά του στο Μόντρεαλ του Καναδά, όπου επιτέλους βρίσκει απάγκιο. Το 2012, σε ηλικία 87 ετών, γράφει μια συνοπτική αυτοβιογραφία στην αρμενική γλώσσα, η οποία έφτασε στα χέρια μας χάρη στην κα. Αλίκη Δεγιρμιτζιάν Προυσαέως, την οποία κι ευχαριστούμε.

Παραθέτουμε αποσπάσματα από τη μοναδική αυτή μαρτυρία του Ντικράν Μπιζντικιάν, σημαντικό κρίκο για την ανάδειξη της αλήθειας και της ιστορικής μνήμης.

Δουργούτι

Η μητέρα μου πίστευε ότι στην Αθήνα θα ήμασταν περισσότερο ασφαλείς, άλλωστε εκεί ζούσαν πάρα πολλοί Αρμένιοι. Έτσι, λοιπόν, οι γονείς μου κι εγώ εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα, κοντά στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, όπου ζούσαν πάνω από 10.000 Αρμένιοι, μέσα σε μικρές παράγκες. Εδώ έμεναν και συγγενείς μας.

Υπήρχαν τρεις αρμενικές εκκλησίες: ορθόδοξη αποστολική, ευαγγελική και καθολική. Κάθε Κυριακή γέμιζαν με πλήθος πιστών. Θυμάμαι η γιαγιά μου με έβαζε από 2 ετών πάνω στην πλάτη της και μαζί με όλο αυτό το πλήθος με πήγαινε στην ορθόδοξη αποστολική εκκλησία, από όπου έχουν μείνει ανεξίτηλα στη μνήμη μου η θέα μέσα στο ιερό και οι ψαλμωδίες της λειτουργίας.

Στο Δουργούτι αντιστοιχούσε τότε μία βρύση για κάθε πενήντα οικογένειες περίπου, που πλήρωναν μάλιστα μία δεκάρα για κάθε τενεκέ νερό.

Ψωμιά υπήρχαν δύο ειδών, με άσπρο και με μαύρο αλεύρι. Το άσπρο ήταν πιο ακριβό, πιο νόστιμο και όμορφο, αλλά εμείς ήμασταν του μαύρου ψωμιού…

Η παράγκα μας ήταν όλα κι όλα ένα δωμάτιο που μεταμορφωνόταν ανάλογα σε τραπεζαρία, υπνοδωμάτιο, κουζίνα ή μπάνιο. Δυστυχώς, όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν την Ελλάδα, έκαψαν την παράγκα μας, μαζί κι όλα τα βιβλία μας, τα λιγοστά μας αγαθά, όλα μας τα υπάρχοντα.

Κατοχή

Ο γερμανικός στρατός επιτέθηκε την άνοιξη του 1941, και μέσα σε είκοσι μέρες κατέλαβε την Ελλάδα, η οποία έμεινε υπό κατοχή για 4,5 χρόνια. Δεν βρέθηκε χώρα να πολεμήσει τον παντοδύναμο γερμανικό στρατό. Η τεράστια Γαλλία κατακτήθηκε μέσα σε δεκαπέντε μέρες.

Στην Ελλάδα σημειώθηκε τότε μια τρομακτική έλλειψη αγαθών. Άρχισε η πείνα. Τα μαγαζιά έκλειναν το ένα μετά το άλλο. Η αναζήτηση τροφίμων ήταν ό,τι δυσκολότερο. Στα χωριά μπορούσε κανείς να βρει τρόφιμα, όμως ήταν τόσο τρομακτικά τα μπλόκα των Γερμανών γύρω από την Αθήνα που ο κόσμος φοβόταν να πάει στην επαρχία. Στους δρόμους της Αθήνας, οι άνθρωποι ικέτευαν, «Πεινάω, πεθαίνω…». Μετά από λίγο, περνούσαν οι αχθοφόροι με τις χειράμαξες, μάζευαν τα πτώματα από τους δρόμους και τους έθαβαν ανώνυμα σε ομαδικούς λάκκους.

Το μπλόκο

Η 9η Αυγούστου του 1944 ήταν η ημέρα του χάροντα και του τρόμου. Γερμανικά στρατεύματα και Έλληνες, οπλισμένοι συνεργάτες τους, περικύκλωσαν την αρμενική προσφυγογειτονιά στο Δουργούτι.

Από τις πέντε τα ξημερώματα άρχισαν με ντουντούκες και μεγάφωνα να ανακοινώνουν: «Οι άνδρες από 14 ως 60 χρονών να πάνε στην πλατεία. Όσοι βρεθούν μέσα στα σπίτια θα εκτελούνται επί τόπου!». Δεν εξαιρούνταν οι ανήμποροι και οι ανάπηροι. Έτσι και με έναν φίλο του Ζιράιρ, τον Σαρκίς, που ήταν στο κρεβάτι από βαριά φυματίωση. Οι γονείς του Σαρκίς προσπάθησαν να εξηγήσουν στους στρατιώτες τι συμβαίνει, μα αυτοί εκτέλεσαν εκείνο το όμορφο Αρμενάκι, τον Σαρκίς, μπροστά στα μάτια των γονιών του. Πολλοί ακόμη εκτελέστηκαν έτσι...

Υπακούοντας στη στρατιωτική διαταγή, 19 ετών εγώ, 16 ο Ζιράιρ, παρουσιαστήκαμε στην πλατεία. Μας έβαλαν σε δυο σειρές, άνω των 18 και κάτω των 18, ενώ δυο Έλληνες στρατιώτες-τσολιάδες άρχισαν την ανάκριση, ώστε να πιάσουν υποτίθεται όσους ανήκαν στην κομουνιστική ομάδα που αντιστεκόταν στους Γερμανούς. Ήρθε η σειρά του μπροστινού μου, του Γιεσαΐ, που ήταν έναν χρόνο μικρότερός μου. Ενώ τον ανέκρινε ο στρατιώτης, ήρθε ένας φρικαλέος Έλληνας αξιωματικός και φώναξε «Δεν γίνονται έτσι μαλακά οι ανακρίσεις, δες τώρα πώς γίνεται!», και γυρνώντας στον Γιεσαΐ, τον ρώτησε πώς τον λένε. Όταν κατάλαβε πως ήταν Αρμένης, φώναξε «Παλιόσκυλο, παλιοαρμένη, λέγε, ποιος από αυτούς εδώ γύρω είναι με το μέρος εκείνων που τα βάζουν με τους Γερμανούς;». Το κακόμοιρο αγόρι έβαλε τα κλάματα και είπε πως δεν γνωρίζει. Ο λυσσασμένος Έλληνας αξιωματικός πλάκωσε τον Γιεσαΐ στις μπουνιές με όλο του το μένος, και του έδωσε και μια τελειωτική κλωτσιά πετώντας τον πέρα.

Ήρθε τώρα η σειρά μου. Στο μεταξύ, η ανάκριση του Ζιράιρ είχε τελειώσει και ο μικρός με κοιτούσε αποσβολωμένος, να δει τι θα απογίνω στα χέρια εκείνου του θεριού. Με ξεκίνησε αμέσως στην ανάκριση, κι όταν είδε πως κι εγώ είμαι Αρμένης, διέταξε να σταματήσουν όλες οι ανακρίσεις, με πήγε στο κέντρο της πλατείας, και με όλη του τη δύναμη άρχισε να φωνάζει «Δείτε αυτόν τον σκύλο-Αρμένη, θα τον σκοτώσω μπροστά στα μάτια σας αν δεν μου καταδώσει έστω έναν από σας». Τότε έβγαλε το πιστόλι του και με διέταξε «Μίλα!». Εγώ προσπάθησα να κερδίσω χρόνο, απάντησα: «Κύριε αξιωματικέ, ο πατέρας μου πέθανε από την πείνα, έχω μάνα και τρία αδέλφια, μικρά ορφανά να φροντίζω, κάθε πρωί αξημέρωτα φεύγω με την καρότσα μου για δουλειά στην Αθήνα κι επιστρέφω αργά το βράδυ, πώς να ξέρω ποιος και τι…;».

Φυσικά και ήξερα. Έλληνες κι Αρμένιοι είχαν πάρει τα όπλα της αντίστασης. Αλλά τι να έκανα; Αν άρχιζα να καταδίδω, και αθώοι θα την πλήρωναν και δεν θα διασφάλιζα τη ζωή μου, όπως έγινε και με άλλους. Πριν προλάβω να αποτελειώσω τη φράση μου, ο λυσσασμένος άρχισε να με χτυπά στο κεφάλι, στο πρόσωπο, στα πλευρά, σε όλο μου το σώμα, με την ανάποδη του όπλου του. Ήταν όμως παράξενο, δεν ένιωθα κανέναν σωματικό πόνο, ήταν τέτοιος ο τρόμος μου έχοντας δει τον χάροντα μέσα στα αγριεμένα του μάτια που η καρδιά μου είχε παγώσει. Ο μεγαλύτερος πόνος μου ήταν που έβλεπα τα δακρυσμένα μάτια του αδελφού μου, του Ζιράιρ, που στεκόταν παραπέρα και παρακολουθούσε ανήμπορος τα βάσανά μου. Το μόνο που ευχόμουν ήταν να μην με κοιτούσε.

Όταν σταμάτησε να με χτυπά, με έπιασε από τον γιακά, με έστησε σε έναν τοίχο, έβαλε πέντε σφαίρες στο πιστόλι του και είπε: «Δεν αστειεύομαι! Κάνε τον σταυρό σου, για’ θα πεθάνεις!», λες και κάνοντας τον σταυρό μου θα με έστελνε στα ουράνια. Σημάδεψε στο στήθος μου, μα ξάφνου ακούστηκαν ουρλιαχτά και φωνές που μου έσωσαν τη ζωή. Ένας στρατιώτης χτυπούσε αλύπητα τον Οννίκ, έναν έφηβο γείτονα. Τα ουρλιαχτά του ήταν τόσο δυνατά που απέσπασαν την προσοχή του αιμοβόρου αξιωματικού. Με άφησε σύξυλο και πήγε προς τον Οννίκ, έσπρωξε σε μιαν άκρη τον στρατιώτη και είπε «Δες, να μάθεις πώς να δέρνεις!», και άρπαξε τον μικρό από τα μαλλιά, τον ταρακούνησε, τον ξάπλωσε κάτω, και έβαλε τη βαριά στρατιωτική του αρβύλα πάνω στο αφτί του, γυρνώντας το πόδι του αριστερά-δεξιά, ώστε πιέζοντας με δύναμη να θάψει το κεφάλι του Οννίκ μέσα στο χώμα.

Έπειτα, άφησε τον μικρό έτσι καταγής και πήγε απέναντι σε ένα εργοστάσιο όπου κρατούσαν δεμένους όσους τους είχαν ήδη καταδώσει. Πλησιάζει τον στρατιώτη που ήταν σε επιφυλακή, τον ρωτά αν έφεραν κανέναν καινούργιο, κι αυτός του δείχνει τον Χατσίκ, που ζούσε δίπλα στο σπίτι μας μαζί με τον αδελφό του τον Λεβόν. Ήταν κι οι δυο τους τσαγκάρηδες. Ανάμεσα στους κρατούμενους ήταν κι ένας Έλληνας με το όνομα Μηνάς, που δήλωνε κομουνιστής και συμμετείχε στην αντίσταση. Ο Χατσίκ είχε φτιάξει για τον Μηνά ένα ζευγάρι παπούτσια, αλλά εδώ κι έξι μήνες δεν είχε πληρωθεί. Λένε πως ο Μηνάς τον κατέδωσε για να απαλλαγεί από το χρέος. Ο άγριος αξιωματικός μαθαίνει πως κι ο Χατσίκ είναι Αρμένης και διατάζει τον στρατιώτη να τον εκτελέσει επί τόπου. Τότε, κάποιοι Αρμένιοι κομουνιστές κρατούμενοι τρέχουν και λένε πως δεν γνωρίζουν τον Χατσίκ, πως δεν είναι δικός τους και δεν ανήκει στην ομάδα τους. Ο στρατιώτης αποτίνεται στον αξιωματικό, εξηγώντας του πως είναι ψευδής η μαρτυρία για τον Χατσίκ. Όμως, εκείνο το θεριό πήρε το όπλο από τα χέρια του στρατιώτη, πυροβόλησε τρεις φορές τον Χατσίκ και τον σκότωσε.

Όποιος εκτελούνταν, ήταν απόφαση και τακτική των Γερμανών να καίνε και το σπίτι του. Τα σπίτια μας ήταν όλα κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο, μικρές παράγκες με βασικό υλικό το εύφλεκτο ξύλο. Οπότε, αν έπαιρνε ένα φωτιά, καιγόταν και το δίπλα και το παραδίπλα. Οι Γερμανοί πάνε στο σπίτι του Χατσίκ και διατάζουν τη μάνα μου και τα δύο μικρά αδέλφια μου, τον Χράιρ και την Αννίκ, να βγουν έξω, αφού, όντας δίπλα στου Χατσίκ, θα καιγόταν κι αυτό. Η μάνα μου βγήκε έξω παίρνοντας μαζί της μόνο τη ραπτομηχανή της, ενώ όλα τα υπόλοιπα υπάρχοντά μας γίνανε στάχτη, όπως και τα υπάρχοντα πολλών γειτόνων μας.

Η μάνα με τα δύο ορφανά μου αδέλφια παρακολουθούσαν με τρόμο τη φωτιά να κατακαίει την παράγκα μας. Από τα σοκάκια ακούγονταν οδυρμοί, ικεσίες, ουρλιαχτά αλλά και ανταλλαγές πυροβολισμών.

Εδώ πρέπει να αναφέρω ότι το σκηνικό με την εκτέλεση του Χατσίκ μού το περιέγραψε αργότερα ο Χαρουτιούν, ένας συνομήλικος γείτονάς μου, που ήταν ανάμεσα στους κρατούμενους του εργοστασίου. Μου είπε μάλιστα και το πώς εκτελέστηκε αργότερα ο προδότης του Χατσίκ, ο Μηνάς.

Η απειλή του αξιωματικού για τη ζωή μου δεν ήταν καθόλου αστεία, σίγουρα θα με εκτελούσε. Είχα νιώσει ότι ανάμεσα σε εμένα και στον θάνατο, η απόσταση ήταν ένα μικρό βήμα. Εκείνη την ημέρα, ο ίδιος εκτέλεσε κι άλλους επτά Αρμένιους και είκοσι οκτώ Έλληνες νέους…

Μετά από λίγο, υπό τον καυτό ήλιο του Αυγούστου, οι Γερμανοί διέταξαν όσοι άντρες ήταν 18 ως 30 ετών να μπουν σε μια σειρά με απόσταση ενός μέτρου και με το βλέμμα προς τον κεντρικό δρόμο. Ήρθε τότε ένα γερμανικό τζιπ, τρεις Γερμανοί και τρεις Έλληνες στρατιώτες έφεραν έναν κρατούμενο. Ήταν εμφανές ότι είχε φάει πολύ ξύλο, ήταν ωχρός, γεμάτος μώλωπες και πήγαινε σαν μεθυσμένος. Οι στρατιώτες και ο νεαρός ήρθαν και στάθηκαν ακριβώς απέναντί μου. Η ψυχή μου γέμισε ξανά με τρόμο. Ο νεαρός έδειξε με το δάχτυλό του έναν κακομοίρη, τον Σιραγκάν, τον οποίο οι στρατιώτες μετέφεραν κατευθείαν στο αυτοκίνητο. Έπειτα, το δάχτυλό του έδειξε τον Μπαρκέβ, φίλο και συμμαθητή του Ζιράιρ, που ήταν παιδί της εκκλησίας και πολύ θεοσεβούμενος. Ο Μπαρκέβ έβγαλε ευθύς μια μικρή Βίβλο από την τσέπη του, την έδειξε, και κλαίγοντας είπε πως είναι τέκνο του Θεού, ακόλουθος της Βίβλου. Άσκοπα όλα, παρά τις ικεσίες του, τον πήραν κι αυτόν. Το δάχτυλο του δωσίλογου σημάδεψε ξανά. Αυτή τη φορά τον γιο ενός Αρμένιου κρεοπώλη, τον οποίο επίσης πήγαν στο αυτοκίνητο. Ένας Γερμανός ρώτησε αν υπάρχει κάποιος που να γνωρίζει γερμανικά, και αμέσως ο διπλανός μου, ο συνομήλικός μου Οβαννές, ένα πανέμορφο παλικάρι, μονάκριβος γιος της μάνας του, ανταποκρίθηκε. Τον πήρανε μαζί τους στο αυτοκίνητο για μεταφραστή. Ο δωσίλογος νεαρός ζούσε 4 χλμ. πέρα από τη γειτονιά μας, δεν γνώριζε κανέναν από την περιοχή μας και κατέδιδε συστηματικά μονάχα Αρμένιους, παρά το ότι οι περισσότεροι της σειράς μας ήταν Έλληνες. Δυστυχώς, με πόνο καρδιάς σας λέω ότι οι τέσσερις Αρμένιοι, μαζί με τον δωσίλογο και μεταφραστή τους Οβαννές, μεταφέρθηκαν και εκτελέστηκαν όλοι.

Ύστερα από λίγο, οι Γερμανοί πήραν κάμποσες χιλιάδες άτομα και τους φυλάκισαν σε διάφορα στρατόπεδα έξω από την πόλη. Σε κάθε στρατόπεδο 400 άτομα. Την επόμενη μέρα, μας πέρασαν έναν-έναν μπροστά από έναν καταδότη. Έπειτα, μας πέρασαν μπροστά από επτά καθισμένους σε καρέκλες.

Κάποιος από αυτούς κατέδωσε έναν νεαρό, ο οποίος σχεδόν λιποθύμησε αμέσως. Οι Γερμανοί τον μάζεψαν, τον έβαλαν σε άλλη φυλακή, υποτίθεται για πιο επικίνδυνους. Αυτοί οι κρατούμενοι ήταν αναλώσιμοι αιχμάλωτοι, όποτε δηλαδή δολοφονούνταν Γερμανοί στρατιώτες ή αξιωματικοί, τους εκτελούσαν για αντίποινα, με αντιστοιχία 1 Γερμανός = 50 κρατούμενοι.

Μια μέρα, οι Γερμανοί περνούν από τη φυλακή Νο 15 και ρωτούν ποιος από αυτούς ξέρει να οδηγά αυτοκίνητο. Ένας από τους Αρμένιους γείτονές μας που ήταν οδηγός ταξί είπε πως ξέρει. «Καλώς» του λένε οι Γερμανοί «διάλεξε κι έναν για βοηθό σου, να σε βοηθήσει να μαζέψετε άμμο από την παραλία, τη θέλουμε για οικοδομή». Ένας 20χρονος Αρμένιος αυτοπροτάθηκε, νομίζοντας ότι έτσι θα γλιτώσει από σίγουρη εκτέλεση. Λίγο καιρό αργότερα μάθαμε ότι κι οι δυο τους εκτελέστηκαν. Έτσι τους καθάριζαν, έναν- έναν ή ομαδικά. Με πόνο σας λέω ότι εκείνος ο ταξιτζής ήταν παντρεμένος και είχε και δυο κόρες. Αργότερα έμαθα ότι η γυναίκα με τις κόρες του πήγαν στην Αρμενία (1947).

Μια άλλη μέρα, οι Γερμανοί μας πέρασαν από ιατρικές εξετάσεις, ώστε τους πιο γερούς και δυνατούς να τους στείλουν στη Γερμανία, στα κάτεργα. Εγώ, προτού περάσω από γιατρούς και για να αποφύγω τα κάτεργα, σκέφτηκα, και αφού έβαλα το δάχτυλό μου στο χώμα, άρχισα να το τρίβω με δύναμη στο δεξί μου μάτι, ώστε να κοκκινίσει και να υποστηρίξω στους ειδικούς ότι πάσχω από τράχωμα2

Ένας γιατρός φάνηκε αμέσως πως ήθελε να με βοηθήσει: «Μην νομίζεις, είμαστε κι εμείς κρατούμενοι, λίγο πιο ασφαλείς απ’ ό,τι έξω, τουλάχιστον εδώ μας ταΐζουν…». Να μην τα πολυλογώ, ο γιατρός αυτός είπε στη γραμματέα να με γράψει για τράχωμα. Το έκανε παρότι ήξερε πως οι Γερμανοί δεν τους είχαν και απόλυτη εμπιστοσύνη και επανεξέταζαν κάποιες περιπτώσεις. Κι αν η διάγνωσή του έβγαινε λαθεμένη, θα έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες. Αλλά σταθήκαμε τυχεροί…

Μετά την εξέταση από τους γιατρούς, 1800 άνθρωποι στάλθηκαν στη Γερμανία ως αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους και ο θείος μου Σαρκίς, ο οποίος μετά τον πόλεμο επέστρεψε πίσω. Εξακόσιοι κρατούμενοι, ύστερα από εννέα ημέρες κράτησης, αφεθήκαμε ελεύθεροι κι επιστρέψαμε στα σπίτια μας.

Ο εμφύλιος

Όταν πια οι Γερμανοί έχασαν τον πόλεμο και έφυγαν από την Ελλάδα, οι εξόριστες στην Αίγυπτο ελληνικές αρχές και ο αγγλικός στρατός επέστρεψαν με σκοπό να σχηματίσουν μια δεξιά κυβέρνηση, τη στιγμή που οι Έλληνες αντάρτες που είχαν πολεμήσει από τα βουνά ενάντια στους Γερμανούς ήθελαν μια αριστερή κυβέρνηση.

Ξεκίνησαν μάχες μεταξύ τους, που εξελίχθηκαν σε έναν μακρύ εμφύλιο πόλεμο. Οι σφαίρες σφύριζαν τριγύρω μας, από όλες τις μεριές, οι δρόμοι έγιναν πεδία μαχών, και αρκετός κόσμος έχασε τη ζωή του.

Έτσι και με έναν πολύ κοντινό μας Αρμένιο γείτονα που ήταν τσαγκάρης. Αυτός φόρτωνε στην πλάτη του δυο σακιά και περιδιάβαινε στις γειτονιές φωνάζοντας: «Φτιάχνω παπούτσια, τα κάνω καινούργια». Καμιά εκατοστή μέτρα πριν φτάσει στο σπίτι του, έφαγε μια σφαίρα πισώπλατα και έπεσε κάτω νεκρός, αφήνοντας πίσω του μια χήρα με τα τέσσερά τους παιδιά, το μεγαλύτερο 8 ετών. Πολύ πιθανόν όλο αυτό να έγινε από ένα τυχαίο όπλο που θα είχε πέσει στα χέρια ενός περιπλανώμενου εφήβου.

Ένα άλλο δυσάρεστο περιστατικό ήταν ο θάνατος του Μπερτζ, που ήταν ο μικρότερος αδελφός του συμμαθητή μου Αράμ. Στεκόταν μπροστά στο παραθύρι τους και κοιτούσε έξω όταν ξάφνου μια σφαίρα τον τραυμάτισε στην κοιλιά. Ξεψύχησε μετά από λίγο στο νοσοκομείο. Η θεία μου η Αντρινέ βρισκόταν μέσα στο σπίτι της. Εκείνο το πρωινό, μια σφαίρα από μια γειτονική ταράτσα τη βρήκε στο γόνατο, της έκανε θρύψαλα το κόκκαλο και της σακάτεψε μόνιμα το πόδι. Κούτσαινε μια ζωή.

Στα Σύρματα, στην έρημο Ελ Ντάμπα

Μια μέρα που φαίνονταν όλα ήσυχα, βγήκα από το σπίτι για να βρω τρόφιμα. Ήμασταν πάνω από δεκαπέντε ημέρες κλεισμένοι μέσα, λόγω των γεγονότων. Ένας στρατιώτης μού είπε πως πρέπει να τον ακολουθήσω ως το αστυνομικό τμήμα για να εξακριβώσουν τα στοιχεία μου. Ενώ προχωρούσαμε, ο στρατιώτης μπήκε σε ένα ζαχαροπλαστείο. Ο ζαχαροπλάστης ήταν γνωστός μας, με είδε και του είπε «Το παιδί είναι καθαρό, άστο να φύγει!». Κι έτσι και έγινε.

Εγώ, από ανάγκη να βρω προμήθειες, συνέχισα τον δρόμο μου. Κατά μήκος της κεντρικής ασφάλτινης οδού, πάνω από 500 μέτρα, υπήρχαν πάρα πολλά καταστήματα, και κάθε 100 μέτρα στεκόταν ένας στρατιώτης. Σταματούσαν τους περαστικούς για εξακρίβωση. Με το που διαπίστωσαν πως είμαι Αρμένιος, ένας είπε: «Εσείς οι Αρμένιοι σκοτώσατε πολλούς Έλληνες στον πόλεμο». Φυσικά έλεγε ψέματα! Μου πήρε την ταυτότητά μου, την έσκισε, και με οδήγησε στο υπόγειο ενός κτηρίου, όπου με φυλάκισαν. Υπήρχαν ογδόντα κρατούμενοι εκεί. Κατάφερα να στείλω μήνυμα στη μητέρα μου κι εκείνη ήρθε αμέσως να με βρει. Τη διαβεβαίωσα πως είμαι καθαρός, ότι δεν έχω κάνει κανένα έγκλημα.

Δύο ώρες μετά την αποχώρησή της, ξεκίνησε η ανάκρισή μου: όνομα, επώνυμο, αν έχω σχέση με τους αριστερούς, κλπ. Τότε μπήκε μέσα ένας αστυνομικός, έδωσε ένα μικρό χαρτάκι στον αξιωματικό, και αφού χαιρέτησε, έκανε να φύγει, όταν ξάφνου με κοίταξε έκπληκτος και είπε: «Φίλε μου, τι δουλειά έχεις εδώ;». Εγώ τον κοίταξα αποσβολωμένος: «Με συγχωρείτε, αλλά δεν σας γνωρίζω, σας βλέπω πρώτη φορά…». Απάντησε: «Με ξέχασες κιόλας; Ήμασταν μαζί με άλλους δεκαπέντε πιτσιρικάδες, εσύ ήσουν με κοντά σορτσάκια τότε κι ένα όπλο στον ώμο. Μας έβαζες να φτιάχνουμε οδοφράγματα με μεγάλες πέτρες, για να πολεμάτε ενάντια στον ελληνικό κι αγγλικό στρατό…». Αμέσως αποκρίθηκα: «Κάνετε λάθος, αυτά που λέτε δεν ισχύουν, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος εγώ!». Τότε, ο αστυνομικός με κλώτσησε στη γάμπα με όλη του τη δύναμη, με τα βαριά του άρβυλα, τραυματίζοντάς με και προκαλώντας μου αφόρητο πόνο. Ο αξιωματικός απέναντι έκανε πως ενοχλήθηκε: «Άστο ήσυχο το παλικάρι και φύγε!». Όταν έφυγε, ο αξιωματικός γύρισε σε μένα και μου είπε πως πρέπει να υπογράψω σε ένα χαρτί όσα δήλωσε ο αστυνομικός. Αρνήθηκα. «Αν δεν υπογράψεις, θα σε στείλουν πίσω στη φυλακή, και δεν σου εγγυώμαι για το τι θα περάσεις εκεί…». Είπε κι άλλα, και με υποχρέωσε να υπογράψω. Αργότερα, όταν μίλησα με άλλους κρατούμενους, κατάλαβα ότι όλο αυτό το σκηνικό με τον αστυνομικό ήταν στημένο, αφού τα ίδια είχαν κάνει και στους άλλους και τους είχαν υποχρεώσει να υπογράψουν.

Θυμάμαι έναν κακομοίρη Αρμένιο που τον κατηγορούσαν ότι είχε καθαρίσει σαράντα νοματαίους. Ο καημένος είχε φάει τόσο πολύ ξύλο που το κεφάλι του ήταν μπαταρισμένο με άσπρα πανιά γεμάτα αίματα. Έτσι καταλάβαμε πως όποιος έμπαινε εκεί έπρεπε να δεχτεί τις κατηγορίες που του πρόσαπταν, με το καλό ή με το ζόρι.

Το ίδιο βράδυ, είκοσι από εμάς μεταφερθήκαμε στο κεντρικό αστυνομικό τμήμα της Αθήνας, για ανάκριση ξανά. Τα μεσάνυχτα μας μετέφεραν σε ένα στρατόπεδο στις παρυφές ενός βουνού. Ήταν νύχτα, 31 Δεκεμβρίου (1944), και έκανε απίστευτο κρύο, είχε χιόνια. Μας έδωσαν από ένα «μπλάνκετ» (κουβέρτα), υποτίθεται για το κρύο, αλλά τίποτε δεν έκανε, όλη νύχτα ξαγρυπνήσαμε παγωμένοι.

Την επομένη μάς πήγαν σε μια παραλία και μας έβαλαν σε σκηνές που είχαν στήσει πάνω στο χιόνι. Ευτυχώς, λίγο αργότερα βρήκα ένα ερειπωμένο κτήριο εκεί δίπλα, μπήκα μέσα, και αφού ξάπλωσα σε μια γωνιά πάνω στο μαλακό χώμα, κατάφερα να κοιμηθώ.

Δυο μέρες αργότερα, μας μετέφεραν σε μια άλλη παραλία. Εκεί μας περίμενε ένα τεράστιο αγγλικό πλοίο, στο οποίο μας πήγαν με μικρές βάρκες. Στο μεταξύ, είχαν μαζευτεί στην παραλία πάρα πολλοί που μας έβριζαν και μας καταριόντουσαν: «Εχθροί της Ελλάδας! Να πάτε στον αγύριστο! Ουστ από ’δω, προδότες!».

Το πλοίο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια πλεούμενη φυλακή. Δυο μερόνυχτα περάσαμε εκεί μέσα και μετά μας αποβίβασαν στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου, όπου, αφού μας έβαλαν στα βαγόνια ενός τρένου, είκοσι σε κάθε βαγόνι, μας μετέφεραν στην έρημο Ελ Ντάμπα. Εδώ υπήρχαν και Γερμανοί στρατιώτες, αιχμάλωτοι πολέμου και άλλοι 6.000 σαν κι εμάς, Έλληνες κι Αρμένιοι. Ανά 400 άτομα μας έβαλαν σε μια τετράγωνη περιοχή, οριοθετημένη με αγκαθωτά συρματοπλέγματα, τα Σύρματα. Σε κάθε γωνιά υπήρχε ένας οπλισμένος φύλακας. Μας τακτοποίησαν σε σκηνές ανά δεκάδα, στρώματα από ξερόχορτα κι ένα «μπλάνκετ».

Ήταν πια Γενάρης. Κατά τη διάρκεια της μέρας, η κατάσταση ήταν ανεκτή, όμως οι νύχτες ήταν αφόρητες, ξεπαγιάζαμε. Μας τάιζαν αρκετά καλά, τρώγαμε τρεις φορές την εβδομάδα αρνίσιο κρέας. Φυσικά, δεν είχαμε πολύ νερό, καθόλου σαπούνι και, αποτέλεσμα αυτού, είχαμε γεμίσει ψείρες…

Πέρασαν έτσι τρεις μήνες, και μετά φώναξαν τα ονόματα 2.000 από εμάς λέγοντας ότι θα επιστρέψουμε πίσω στην Ελλάδα. Είχα έρθει με το τελευταίο πλοίο εδώ, θα επέστρεφα με το πρώτο, για να βρω και πάλι την αγαπημένη μου οικογένεια. Φτάσαμε στην Ελλάδα, μας πέρασαν από γιατρικό έλεγχο και μετά μας άφησαν ελεύθερους.

Ο εμφύλιος δεν είχε τελειώσει ακόμη. Ένα απόγευμα είχαμε καθίσει με επτά φίλους στο σπίτι και συζητούσαμε, όταν ακούστηκαν φωνές, «Βοήθεια, βοήθεια, με σκοτώνουν…». Μετά ακούστηκαν πυροβολισμοί και ποδοβολητά. Κατευθείαν κλείσαμε πόρτες και παράθυρα, σβήσαμε και τα φώτα, γιατί αν μας έβρισκαν επτά νοματαίους μαζεμένους …ουαί κι αλίμονό μας! Την επομένη μάθαμε πως είχαν σκοτώσει τον γιο ενός τίμιου και μεροκαματιάρη Έλληνα μπακάλη. Ο δολοφόνος ήταν ένας νεαρός Έλληνας-τσολιάς, ο οποίος εχθρευόταν τον μικρό. Μάλιστα, την επόμενη κιόλας ημέρα κυκλοφορούσε με το όπλο του στη ζώνη, στητός και περήφανος, σπέρνοντας ξανά τον φόβο και τον τρόμο στη γειτονιά.

1. Οι ονομασίες «Δουργούτι» ή «Ντομούζ Νταμί» αφορούν την ίδια περιοχή της Αθήνας στον Νέο Κόσμο.
2. Τράχωμα: λοιμώδης νόσος που μάστιζε τα χρόνια εκείνα. Προκαλείται από βακτήριο, επιφέρει πόνο και βλάβη στα μάτια, στον κερατοειδή των ματιών, οδηγώντας πιθανόν σε τύφλωση.

 

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 24 επισκέπτες συνδεδεμένους