| Επίσκεψη στη Δυτική Θράκη «Μη μας ξεχνάτε» |
|
|
|
Βαχέ Ταστζιάν - Hushamadyan Δυτική Θράκη –ή ελληνική Θράκη. Το όνομα από μόνο του υποδηλώνει ότι μια επίσκεψη εκεί μπορεί να μοιάζει με ταξίδι στο παρελθόν. Επισκέφθηκα την περιοχή για πέντε ημέρες, στο πλαίσιο ενός προγράμματος που αποσκοπεί στην ψηφιοποίηση αρχειακού υλικού σχετικού με την ιστορία των Αρμενίων στην Ελλάδα. Μερικά χρόνια νωρίτερα, ο οργανισμός «Houshamadyan» με έδρα το Βερολίνο, σε συνεργασία με τον σύλλογο «Αρμενικά» στην Αθήνα, είχε λάβει επιχορήγηση από τη Βρετανική Βιβλιοθήκη για την υλοποίηση αυτού του έργου. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του έργου στην Αθήνα, στην Κοκκινιά και στη Θεσσαλονίκη, η ομάδα μας έφτασε στη Δυτική Θράκη με στόχο να εντοπίσει και να ψηφιοποιήσει τα αρμενικά τεκμήρια της περιοχής. Μέλη της ομάδας από την Αθήνα —ο Μάικ, η Αναΐς και ο πατέρας Βικέν Τσολακιάν— βρίσκονταν ήδη εκεί επί μία εβδομάδα, ασχολούμενοι με την ψηφιοποίηση κοινοτικών αρμενικών αρχείων που φυλάσσονται σε διάφορες πόλεις της Δυτικής Θράκης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν μητρώα προσφύγων τα οποία είχαν καταρτιστεί από τα τοπικά αρμενικά κοινοτικά συμβούλια από τη δεκαετία του 1920 και εξής, και περιείχαν λεπτομερή στοιχεία για τους νεοαφιχθέντες. Υπήρχαν επίσης πρακτικά συνεδριάσεων, αλληλογραφία —συχνά από τον 19ο αιώνα— καθώς και αρχεία άλλων αρμενικών οργανώσεων, όπως φιλανθρωπικών, αθλητικών, πολιτιστικών και εκπαιδευτικών συλλόγων. Επιπλέον, εντοπίστηκαν κατάλογοι Αρμενίων που μετανάστευσαν στη Σοβιετική Αρμενία τη δεκαετία του 1940, μαζί με σχετική αλληλογραφία. Τα περισσότερα από τα υλικά αυτά φυλάσσονται στα αρχεία αρμενικών εκκλησιών στην Αλεξανδρούπολη, στην Καβάλα, στην Ξάνθη και στην Κομοτηνή. Ωστόσο, δεν διατηρούνται υπό ιδανικές συνθήκες, γεγονός που δικαιολογεί τον τίτλο του προγράμματος της Βρετανικής Βιβλιοθήκης «Απειλούμενα αρχεία». Η παρουσία μας αποσκοπούσε στην ψηφιοποίηση αυτών των τεκμηρίων, ώστε να αποτραπεί η φθορά ή η απώλειά τους και να διασφαλιστεί η διατήρησή τους σε ψηφιακή μορφή. Η δική μου αποστολή, μαζί με την Άνι από την Αθήνα, ήταν να πραγματοποιήσουμε συνεντεύξεις με αρμενικές οικογένειες της περιοχής, να ψηφιοποιήσουμε ιστορικό υλικό που διατηρούν —όπως φωτογραφίες, έγγραφα και κειμήλια— και να καταγράψουμε τις οικογενειακές τους διαδρομές. Πολλές από αυτές τις αφηγήσεις ανάγονται σε περιόδους πριν από τη μαζική άφιξη Αρμενίων προσφύγων στην Ελλάδα μετά το 1922. Στην Αλεξανδρούπολη συνάντησα τη Λούσι Σαρκισιάν. Αρχικά ένιωσε μια ελαφρά αμηχανία όταν πληροφορήθηκε ότι η συνέντευξη θα γινόταν στα αρμενικά. Αν και ο πατέρας της είναι Αρμένιος και η μητέρα της Ελληνίδα, σύντομα έγινε σαφές ότι μπορούσε να εκφραστεί με άνεση στη γλώσσα. Οι πρόγονοί της κατάγονταν από χωριά του Μους και εγκαταστάθηκαν στην Αλεξανδρούπολη τη δεκαετία του 1870, όταν η πόλη βρισκόταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης, ως μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και με την ονομασία Δεδέαγατς. Αρχικά έφτασαν μόνο άντρες, οι οποίοι εργάζονταν ως εργάτες στη σιδηροδρομική γραμμή που διέσχιζε την πόλη. Πιθανολογείται ότι αυτοί οι μετανάστες ήταν από τους πρώτους Αρμενίους που εγκαταστάθηκαν εκεί, και τα ίχνη τους παραμένουν ορατά μέχρι σήμερα. Η αρμενική εκκλησία Σουρπ Καραμπέτ ιδρύθηκε το 1875, στη μνήμη του ομώνυμου μοναστηριού του Μους. Δίπλα της λειτουργούσε επί δεκαετίες το αρμενικό σχολείο «Δαρονιάν», που έφερε το όνομα της περιοχής Δαρόν, πατρίδας των κατοίκων του Μους. Η Λούσι θυμάται χαρακτηριστικές εκφράσεις της τοπικής διαλέκτου, όπως «ch’m kina» («δεν ξέρω») και «ch’m ouzi» («δεν θέλω»). Η Αλεξανδρούπολη αποτέλεσε τον πρώτο μας σταθμό. Στις ημέρες που ακολούθησαν, η ομάδα επισκέφθηκε την Ξάνθη, την Ορεστιάδα, το Διδυμότειχο και την Κομοτηνή, όπου συναντήσαμε αρμενικές οικογένειες και πραγματοποιήσαμε συνεντεύξεις. Σε όλη τη Δυτική Θράκη διαπιστώνει κανείς ότι πρόκειται για έναν τόπο διαφορετικό από την Ελλάδα των θαλασσών και του τουρισμού. Η περιοχή θυμίζει περισσότερο συνέχεια των Βαλκανίων και, παρά τις αναταραχές του 20ού αιώνα, διατηρεί έναν πολυπολιτισμικό χαρακτήρα. Οι χριστιανοί Βούλγαροι και οι Εβραίοι έχουν εκλείψει, ωστόσο δίπλα στον ελληνορθόδοξο πληθυσμό ζουν ακόμη Τούρκοι, Πομάκοι και μουσουλμάνοι Ρομά. Τα τζαμιά αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο του τοπίου, τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο. Οι Αρμένιοι αποτελούν επίσης μέρος αυτού του μωσαϊκού —και για αυτούς βρεθήκαμε εκεί. Ο Άκης Νταγαζιάν, γεννημένος στην Κομοτηνή και σήμερα κάτοικος Θεσσαλονίκης, γνωρίζει σε βάθος την ιστορία της οικογένειάς του και της τοπικής αρμενικής κοινότητας. Όπως εξηγεί, μέχρι το 1912 η Κομοτηνή —γνωστή τότε ως Γκιουμουλτζίνα— και ολόκληρη η Δυτική Θράκη ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο τελευταίος Οθωμανός διοικητής της πόλης ήταν ο Αρμένιος Μκιρντίτς Εφέντη Ταμπακιάν, γνωστός έμπορος καπνού. Το οικογενειακό κατάστημα διατηρείται μέχρι σήμερα, ενώ στην πρόσοψή του σώζεται αρμενική επιγραφή με το όνομα Αγκόπ Ταμπακιάν. Μετά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, το 1912 η περιοχή πέρασε υπό βουλγαρική κυριαρχία, και μόλις το 1920 ενσωματώθηκε στην Ελλάδα. Η παρουσία οργανωμένης αρμενικής κοινότητας στην Κομοτηνή μαρτυρείται ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα. Η εκκλησία Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς χτίστηκε το 1834 και βρίσκεται στην περιοχή που ήταν γνωστή ως «αρμενική συνοικία», όπου άλλοτε κατοικούσαν όλοι οι Αρμένιοι της πόλης. Οι σημερινές ονομασίες δρόμων διατηρούν μνήμες αυτής της παρουσίας, όπως η οδός Ιωάννου Τσιμισκή, η λεωφόρος Αρμενίου και η οδός Ρουπέν Κεβορκιάν. Στην Κομοτηνή υπηρετεί και ο πνευματικός ποιμένας της αρμενικής εκκλησίας της Δυτικής Θράκης πατήρ Δανιήλ Καλογλιάν. Στην αίθουσα δίπλα στην εκκλησία φιλοξενήθηκε για περίπου δύο εβδομάδες η ομάδα της Αθήνας, ενώ το κοινοτικό συμβούλιο εξασφάλισε άριστες συνθήκες για την ψηφιοποίηση περίπου 7.000 σελίδων αρχειακού υλικού. Σήμερα, όπως επισημαίνει ο Νταγαζιάν, έχουν απομείνει μόλις δύο αρμενικές οικογένειες στην ιστορική αυτή συνοικία. Η κοινοτική ζωή γνώρισε τη μεγαλύτερη άνθισή της κατά τις δεκαετίες του 1920 και 1930, αλλά υπέστη σοβαρό πλήγμα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά την περίοδο 1941-1944, η Δυτική Θράκη βρέθηκε ξανά υπό βουλγαρική διοίκηση. Ήταν μια δύσκολη εποχή, με εκτοπίσεις, αλλαγές υπηκοότητας και επιβολή της βουλγαρικής γλώσσας. Μετά την αποχώρηση των Βουλγάρων και την επιστροφή των ελληνικών αρχών, ακολούθησαν πράξεις αντεκδίκησης. Οι μειονότητες, μεταξύ αυτών και οι Αρμένιοι, βρέθηκαν στο στόχαστρο, αντιμετωπίζοντας διώξεις και πιέσεις, συχνά με αβάσιμες κατηγορίες. Η Κοχάρ Κουρκτζιάν από την Ξάνθη αφηγείται ότι η θεία της φυλακίστηκε για έξι μήνες εκείνη την περίοδο. Το κλίμα αυτό οδήγησε σε μαζική μετανάστευση Αρμενίων από τη Δυτική Θράκη προς τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Λατινική Αμερική και κυρίως τη Σοβιετική Αρμενία. Η Ζαμπέλ Παπαζιάν θυμάται ότι και η δική της οικογένεια είχε σχεδιάσει να μεταναστεύσει, όμως τελικά παρέμεινε λόγω οικογενειακών διαφωνιών. Η μαζική αυτή έξοδος είχε ως αποτέλεσμα την παρακμή της αρμενικής κοινοτικής ζωής και το κλείσιμο των σχολείων. Ωστόσο, περίπου πενήντα χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του 1990, η άφιξη νέων Αρμενίων μεταναστών από την πρώην Σοβιετική Ένωση έδωσε ξανά πνοή στις κοινότητες και σηματοδότησε την αρχή μιας νέας περιόδου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ανανέωσης αποτέλεσε η επίσκεψή μας στο Διδυμότειχο. Εκεί, κοντά στα σύνορα με την Τουρκία και στις όχθες του Έβρου, βρίσκεται η εκκλησία Σουρπ Κεβόρκ. Συναντήσαμε κατοίκους της κοινότητας και τον Μπόρις, έναν Αρμένιο από τη Ρωσία που φροντίζει τον χώρο. Καθώς φεύγαμε, μια γυναίκα μας είπε: «Μη μας ξεχνάτε· κι εμείς υπάρχουμε εδώ ως κοινότητα». Κατά την επιστροφή, εκφράστηκε η ιδέα να οργανώνεται ένα ετήσιο ταξίδι από την Αθήνα στη Δυτική Θράκη, ώστε περισσότεροι άνθρωποι να γνωρίσουν την ιστορία, την ομορφιά και τη ζωντανή —παρά τις δυσκολίες— αρμενική παρουσία της περιοχής. |