Γιεζνικ Πετροσιάν - Επίσκοπος των Αρμενίων της Κρήτης Εκτύπωση E-mail

Geznik Petrosian

Ο Αρχιεπίσκοπος Γιεζνίκ (Σαμβέλ*) Πετροσιάν γεννήθηκε το 1955 στην Τιφλίδα της Γεωργίας. Το 1958 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Γερεβάν της Αρμενίας.

Σπούδασε στην Εκκλησιαστική Σχολή του Αγίου Ετσμιατζίν και στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1977–1981), από την οποία έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα στη Θεολογία το 1987.

Το 1972 χειροτονήθηκε Διάκονος και το 1973 Ιερομόναχος.
Το 1976 έλαβε τον τίτλο του Αρχιμανδρίτη και το 1993 τον τίτλο του Ανώτατου Αρχιμανδρίτη. Το 1997 χειροτονήθηκε Επίσκοπος και ίδρυσε την Αρμενική Μητρόπολη της Νότιας Ρωσίας, στην οποία υπηρέτησε ως Αρχιερέας.

Το 2006 του απονεμήθηκε ο τιμητικός τίτλος του Αρχιεπισκόπου.

Κατά την περίοδο 1981–1989 διετέλεσε Κοσμήτορας της Εκκλησιαστικής Σχολής του Αγίου Ετσμιατζίν, ενώ από το 1989 έως το 1990 ήταν υπεύθυνος για τη μετάφραση της Αγίας Γραφής στη σύγχρονη αρμενική γλώσσα. Από το 1990 έως το 1991 υπηρέτησε ως Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αχπάτ, όπου ίδρυσε Εκκλησιαστική Σχολή και εξέδιδε το μηνιαίο ποιμαντικό περιοδικό «Το Ημερολόγιο του Μοναστηρίου Αχπάτ».

Από το 1991 έως το 1996 διετέλεσε Τοποτηρητής του Αρχιεπισκόπου Αρμενίων Ρωσίας στη Νότια Ρωσία, ενώ την περίοδο 1997–1999 υπηρέτησε ως Επίσκοπος της Αρμενικής Μητρόπολης της Νότιας Ρωσίας.

Από το 2000 έως το 2010 υπήρξε Διευθυντής του Γραφείου Διεκκλησιαστικών Σχέσεων του Αρμενικού Πατριαρχείου στο Άγιο Ετσμιατζίν. Κατά την περίοδο 2002–2005 ίδρυσε την Ιερατική Σχολή στο Γερεβάν, ενώ από το 2006 έως το 2013 διετέλεσε διευθυντής του Εκδοτικού Οίκου του Πατριαρχείου.

Από το 2010 έως το 2023 υπηρέτησε ως Γενικός Γραμματέας της Βιβλικής Εταιρείας της Αρμενίας.

Από την 1η Ιανουαρίου 2024 ανέλαβε τα καθήκοντα του Επισκόπου Αρμενίων Κρήτης, υπό την εποπτεία του Πατριαρχείου Αρμενίων Κωνσταντινουπόλεως.

Έχει συγγράψει περίπου είκοσι βιβλία, εκ των οποίων δύο στην ελληνική γλώσσα:

- «Η θέση της Αρμενικής Εκκλησίας έναντι των Ιερών Εικόνων», Αθήνα 1987, έκδοση Αγίου Ετσμιατζίν.

- «Η Αγία Αποστολική Εκκλησία των Αρμενίων», Αθήνα 2001, εκδόσεις «Παρουσία»

* Το κοσμικό όνομα.

Στην Τακουή Βακιρτζιάν

Πώς αποφασίσατε να γίνετε ιερωμένος;

- Οι γονείς μου ήταν και οι δύο τυφλοί. Ο πατέρας μου ήταν από την περιοχή Τσαλκά της Γεωργίας και η μητέρα μου από ένα χωριό στην περιοχή του Ετσμιατζίν.

Γνωρίστηκαν στην Τιφλίδα, στην Ένωση Τυφλών. Εκεί «τους έδωσαν μάτια» για να ζήσουν και να εργαστούν. Παντρεύτηκαν, αλλά τα τρία πρώτα χρόνια δεν απέκτησαν παιδιά. Η μητέρα μου, που ήταν πολύ θρησκευόμενη, έδωσε όρκο στον Θεό ότι αν κάνει παιδί και τύχει να είναι αγόρι, θα το αφιερώσει σε Αυτόν. Απέκτησαν εμένα και μετά άλλα δύο αγόρια.

Όταν μεγάλωσα λίγο, μου μίλησε για το τάμα της και με ρώτησε αν ήθελα να πάω στο Σεμινάριο (Εκκλησιαστική Σχολή).

Εγώ είπα «ναι», και στην ηλικία των 13 ετών πήγα στο Ετσμιατζίν, όπου βρισκόταν η Εκκλησιαστική Σχολή. Φοίτησα εκεί έξι χρόνια. Όταν τελείωσα ήμουν μόλις 19 ετών. Ωστόσο, έτυχε την προηγούμενη χρονιά να στρατολογήσουν όλους τους ιερομόναχους, αν και συνήθως στην Αρμενία δεν τους στρατολογούσαν. Ο Πατριάρχης Βασκέν Α΄ βρέθηκε εκείνη τη χρονιά να μην έχει δίπλα του κανέναν ιερομόναχο.

Κάλεσε, λοιπόν, τους απόφοιτους εκείνης της χρονιάς και μας ρώτησε αν θέλαμε να μπούμε στον κόσμο της ιεροσύνης. Έτσι, παρά το νεαρό της ηλικίας μου, έγινα κληρικός, και από τότε υπηρετώ την Εκκλησία.

Έχετε επαφή με τους παλιούς συμμαθητές σας από την Εκκλησιαστική Σχολή του Ετσμιατζίν;

- Ναι! Έχουμε κρατήσει επαφή με τον πρώην Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας Χαϊγκαζούν, με τον ιερέα Ντερ Ταντεός στο Ροστόφ της Ρωσίας, όπως και με τον πρώην Επίσκοπο του Αζερμπαϊτζάν Ανανία, ο οποίος το 2000 μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη για να καλύψει τις πνευματικές ανάγκες των ρωσόφωνων Αρμενίων.

Πότε ήρθατε για πρώτη φορά στην Ελλάδα; Ποια είναι η σχέση σας με την Ελλάδα;

- Τον Σεπτέμβριο του 1975, ο Πατριάρχης Αλεξάνδρειας Νικόλαος Στ΄, κατά την επίσκεψή του στο Ετσμιατζίν, πρότεινε στον Καθολικό Βασκέν Α΄ να στείλει έναν φοιτητή στην Ελλάδα για να σπουδάσει στην Αθήνα. Ο Βασκέν επέλεξε εμένα. Ήρθα, λοιπόν, για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1976, έχοντας ήδη αποφοιτήσει από την Εκκλησιαστική Σχολή του Ετσμιατζίν.

Όταν προσγειώθηκα στο Ελληνικό, ήξερα μόνο δύο λέξεις: «Καλημέρα, καλησπέρα». Συνειδητοποίησα μάλιστα ότι ήταν 19 Ιανουαρίου, η μέρα των γενεθλίων μου.

Την επόμενη χρονιά, αφού έμαθα την ελληνική γλώσσα, άρχισα τις σπουδές μου στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1977-1981). Επέστρεψα στην Αρμενία, αλλά δεν ξέχασα ποτέ την Ελλάδα.

Εκτός από την περίοδο που υπηρέτησα στη Ρωσία (1991-1999), τα υπόλοιπα χρόνια δεν θυμάμαι να υπάρχει χρονιά που να μην ταξίδεψα δυο-τρεις φορές στην Ελλάδα. Μάλιστα, όταν το 2000 επέστρεψα στην Αρμενία και ανέλαβα τη θέση των Διεκκλησιαστικών Σχέσεων*, προσπάθησα κάθε φορά που ταξίδευα —και ταξίδευα συχνά— να περνάω από την Αθήνα για να αισθάνομαι την αύρα της πόλης, έστω του αεροδρομίου της.

Και το διδακτορικό σας υποστηρίχθηκε στην Ελλάδα;

- Η πρώτη παρουσίαση του διδακτορικού μου έγινε το 1985. Η διαδικασία ήταν τότε πιο αυστηρή. Έπρεπε να υποστηρίξεις δύο φορές. Μετά την πρώτη υποστήριξη, έπρεπε να διορθώσεις, να επεξεργαστείς το κείμενό σου λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που έγιναν. Στη συνέχεια έπρεπε να τυπώσεις το βιβλίο και να υποστηρίξεις για δεύτερη φορά. Εγώ έκανα τη δεύτερη υποστήριξη το 1987. Επιβλέπων καθηγητής ήταν ο Βλάσιος Φειδάς.

Πώς βλέπετε να εξελίσσονται οι σχέσεις της Ελληνικής με την Αρμενική Εκκλησία;

- Νομίζω ότι πρέπει να δούμε το θέμα ευρύτερα, δηλαδή να μη μελετήσουμε τη σχέση της Ελληνικής με την Αρμενική Εκκλησία αλλά τη σχέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις αρχαίες Ανατολικές.

Οι Εκκλησίες χωρίστηκαν πριν από 1.500 χρόνια περίπου. Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, οι μεν αναθεμάτιζαν τις δε και αντιστρόφως. Πώς μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτό το πρόβλημα σήμερα; Πιστεύω ότι αυτές οι αντιπαραθέσεις, αυτές οι συγκρούσεις δεν έχουν κανένα νόημα τον 21ο αιώνα! Όμως μια Εκκλησία, Ελληνική ή Αρμενική, δεν μπορεί να λύσει μόνη της το πρόβλημα. Αυτό πρέπει να λυθεί σε επίπεδο οικογένειας Εκκλησιών: από τη μία πλευρά βρίσκεται η οικογένεια των Ορθοδόξων Αυτοκέφαλων Τοπικών Εκκλησιών, που αποτελούν μία Εκκλησία, την Ορθόδοξη Εκκλησία, και από την άλλη είναι η οικογένεια των Ανατολικών Εκκλησιών, που αποτελείται από διάφορες ιστορικές εθνικές Εκκλησίες.

Το 1993 ολοκληρώθηκε ο επίσημος διάλογος ανάμεσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στις αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες. Ο διάλογος κατέληξε σε ένα κείμενο κατά το οποίο οι δύο πλευρές δηλώνουν ότι και οι μεν και οι δε πιστεύουν ορθόδοξα, απλώς εκφράζουν την ορθοδοξία τους με διαφορετικές φράσεις. Για να φτάσουμε όμως σε πλήρη ενότητα, πρέπει πρώτα να αφαιρέσουμε τα αναθέματα. Η κάθε οικογένεια μπορεί να διατηρήσει την ορολογία που υιοθέτησε στο πέρασμα των αιώνων, αλλά ομολογώντας ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος.

Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, αυτό το κείμενο δεν έχει επικυρωθεί από όλες τις Εκκλησίες και των δυο πλευρών. Από την οικογένεια των αρχαίων Ανατολικών το έχουν επικυρώσει η Κοπτική, η Συριακή και η Εκκλησία Ινδο-Μαλαμπάρ. Η Αρμενική Εκκλησία δεν έχει καν ασχοληθεί, καθώς πρώτα είχαμε πόλεμο με το Αζερμπαϊτζάν, και μετά ο Καθολικός Καρεκίν Α΄ (1995-1999) ασθένησε, με αποτέλεσμα τα δύο τουλάχιστον τελευταία χρόνια να μην μπορεί να ασκήσει τα πατριαρχικά του καθήκοντα. Όσον αφορά τον Καρεκίν Β΄, τον τωρινό Καθολικό (1999-έως σήμερα), δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει πολύ αυτό το ζήτημα. Η Αιθιοπία επίσης, που είναι πολύ απομακρυσμένη, δεν ασχολήθηκε με την επικύρωση αυτού του κειμένου.

Από την πλευρά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αν δεν κάνω λάθος, έχουν δεχτεί το κείμενο το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα Πατριαρχεία Αλεξάνδρειας, Αντιοχείας, Ρουμανίας κ.ά. Δεν το έχουν δεχτεί μέχρι σήμερα οι Εκκλησίες της Ελλάδας, της Ρωσίας, της Γεωργίας και της Βουλγαρίας.

Με άλλα λόγια, ο διάλογος διήρκεσε περίπου τριάντα χρόνια, και έχουν περάσει άλλα τόσα χρόνια που δεν μπορούμε να επικυρώσουμε το αποτέλεσμα. Ελπίζω μια μέρα να συνειδητοποιήσουν ότι δεν μπορούμε να ζούμε πια χωρισμένοι. Δεν ωφελεί κανέναν να ζούμε χωρισμένοι! Έναν Χριστό έχουμε, μία Βάπτιση!

Πώς βλέπετε να εξελίσσονται οι σχέσεις των Αρμενικών Εκκλησιών;

- Η Αρμενική Εκκλησία έχει σήμερα δύο καθολικάτα και δύο πατριαρχεία. Στην αρμενική πραγματικότητα, οι πατριάρχες είναι ιεραρχικά κατώτεροι από τους καθολικούς, επειδή μόνο οι καθολικοί (κατογιγκός) μπορούν να αγιάσουν τον Άγιο Μύρο και να χειροτονήσουν επίσκοπο. Τα δύο πατριαρχεία (Ιεροσολύμων και Κωνσταντινούπολης) μαζί με το καθολικάτο του Αγίου Ετσμιατζίν αποτελούν το καθολικάτο όλων των Αρμενίων, ενώ το καθολικάτο του Αντελιάς είναι αυτό του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας. Είναι φανερό ότι τα δυο καθολικάτα αντιπροσωπεύουν δύο ομάδες του αρμενικού έθνους. Ευτυχώς, τα τελευταία τριάντα χρόνια, οι σχέσεις των ηγετών των δύο καθολικάτων, Ετσμιατζίν και Αντελιάς, είναι πάρα πολύ καλές, πράγμα που δεν μπορώ να πω ότι ισχύει στο επίπεδο των επαρχιών (μητροπόλεων).

Υπάρχει διάλογος με την Καθολική Εκκλησία;

- Για δεκατέσσερα χρόνια ήμουν μέλος αυτού του διαλόγου ανάμεσα στην Καθολική Εκκλησία και στις αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες. Αλλά ακόμη δεν έχουμε φτάσει στο σημείο να υπογράψουμε κείμενο συμφωνίας. Είναι κάτι που προχωράει. Παράλληλα, είχαμε και διάλογο με την Αγγλικανική Εκκλησία, και πολύ γρήγορα φτάσαμε σε συμφωνία όσον αφορά το δόγμα της Χαλκηδόνας και άλλα σημεία. Το εν λόγω κείμενο υπογράφηκε στο Ετσμιατζίν, και αυτό έγινε πολύ γρήγορα, μέσα σε τρία-τέσσερα χρόνια. Ξέρετε, τον 19ο αιώνα, το αρμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης είχε συμφωνία με την Αγγλικανική Εκκλησία: Εμείς μπορούμε να κοινωνήσουμε σε Αγγλικανική Εκκλησία και ο αγγλικανός μπορεί να κοινωνήσει στην Αρμενική Εκκλησία, πράγμα που δεν γίνεται ούτε με τους καθολικούς ούτε με τους ορθόδοξους. Η αγγλικανική εκκλησία, άλλωστε, είναι πολύ ανοικτή. Στο παρόν, υπάρχει διάλογος και με την Προτεσταντική Εκκλησία.

Είστε ένας υψηλόβαθμος κληρικός. Πώς αποφασίσατε να αναλάβετε την εκκλησία μιας μικρής κοινότητας όπως αυτής του Ηρακλείου; Γιατί επιλέξατε το Ηράκλειο και όχι την Αθήνα;

- Δεν επέλεξα εγώ. Ο Θεός με κατηύθυνε! Η Αθήνα είχε δικούς της κληρικούς. Το Ηράκλειο δεν είχε κανέναν. Ήρθα να συμπληρώσω το κενό. Δεν υπάρχει μεγάλη εκκλησία ή μικρή εκκλησία. Ο Χριστός λέει «Εκεί που είναι τρία άτομα, είμαι εκεί», και εγώ πιστεύω πως στο Ηράκλειο υπάρχουν πάνω από τρεις αληθινοί χριστιανοί. Σήμερα, χάρη στην επιστήμη και στην τεχνολογία, το καθήκον μου δεν περιορίζεται μέσα στους τοίχους μιας εκκλησίας.

Πιστεύω ότι η εκκλησία του Ηρακλείου έχει μεγάλες δυνατότητες, λόγω του μεγάλου αριθμού προσκυνητών από διάφορες χώρες. Φέτος το καλοκαίρι περίπου 200 οικογένειες βρήκαν την ευλογία του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου, προστάτη της εκκλησίας του Ηρακλείου. Επομένως, οι πιστοί της εκκλησίας του Ηρακλείου δεν ζουν μόνο στην πόλη μας, ζουν παντού! Θα προσπαθήσουμε ώστε αυτοί να πλησιάσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τον Χριστό.

Σήμερα, η νεολαία κρατά απόσταση από την Εκκλησία. Αυτό είναι ένα από τα φαινόμενα των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Η Αρμενική Εκκλησία, ειδικότερα στη διασπορά, έχοντας πολλαπλή αποστολή, τι θα μπορούσε να κάνει για να διευρύνει την πνευματική της επιρροή στους πιστούς; 

- Κάθε χώρα έχει τις ιδιαιτερότητές της, ένα ιδιαίτερο περιβάλλον, τα δικά της προβλήματα. Πάντως στην Αρμενία δεν συμβαίνει αυτό. Οι νέοι έρχονται στην εκκλησία, όμως ανάβουν το κερί τους και αποχωρούν. Δεν κάθονται σε όλη τη θεία λειτουργία.

Τώρα, όταν μιλάμε για Εκκλησία, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο αρμενικός λαός έχει στην Αρμενία και άλλες Εκκλησίες. Εκτός από την Αρμενική Αποστολική Εκκλησία, υπάρχει η Καθολική, η Ευαγγελική και των Βαπτιστών. Εκεί η νεολαία όχι μόνο πηγαίνει αλλά συμμετέχει ενεργά. Ψάλλει, διαβάζει τα αναγνώσματα...

Όσον αφορά τη διασπορά, εγώ δεν είμαι ειδικός, δεν έχω υπηρετήσει στη διασπορά και δεν ξέρω τι χρειάζεται να κάνουμε.

Υπάρχουν όμως έμπειροι επίσκοποι και κληρικοί. Απλώς πρέπει να τους δοθεί η δυνατότητα να εργαστούν. Σήμερα, η Αρμενική Αποστολική Εκκλησία είναι δυστυχώς μια εκκλησία που τελεί περισσότερο μυστήρια (βαφτίσεις, γάμους) και κηδείες παρά ιεραποστολή. Αν δεν κάνουμε ιεραποστολή, δεν ενδιαφερόμαστε για τη νεολαία. Ιεραποστολή δεν είναι μόνο να πηγαίνεις στην Αφρική και στην Ασία. Ιεραποστολή πρέπει να κάνουμε και μέσα στην κοινότητά μας, ανάμεσα στους Αρμένιους, αφού πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, είναι χριστιανοί μόνο κατ’ όνομα, χωρίς να ξέρουν κάτι για τον χριστιανισμό! Είναι χριστιανοί γιατί ο πατέρας ή/και η μητέρα τους ήταν χριστιανοί. Οι ίδιοι δεν έχουν κατηχηθεί. Αν τους ρωτήσεις τι είναι χριστιανισμός, ποια είναι τα επτά μυστήρια, γιατί παίρνουν κοινωνία, θα δυσκολευτούν να απαντήσουν!

Αυτό το φαινόμενο όμως, της απομάκρυνσης, παρατηρείται και στην Ελληνική Εκκλησία.

- Δεν νομίζω! Στην Αρμενία, ένας ιερέας έχει στην ευθύνη του περίπου δέκα χωριά.

Τι να προλάβει να κάνει; Στην Ευρώπη, στη διασπορά, πόσους κληρικούς έχουμε; Εδώ κάθε ελληνικό χωριό έχει ιερέα. Σε μας ο κληρικός κάθεται στην εκκλησία και περιμένει να έρθει κάποιος για να κάνει γάμο, βάπτιση ή κηδεία. Δεν βγαίνει έξω και δεν οργανώνει κάτι στην εκκλησία για να τραβήξει κόσμο, άρα και τη νεολαία. Δεν νομίζω ότι η νεολαία ενδιαφέρεται μόνο για ποτό, μουσική και χορό. Όχι! Ένας μεγάλος αριθμός νέων είναι σκεπτόμενοι, πνευματικοί άνθρωποι. Γιατί κάποιος να παίζει σκάκι; Γιατί παίρνει ικανοποίηση από τον προβληματισμό τού πώς θα κινήσει τη βασίλισσα. Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να ενδιαφέρεται για τον χριστιανισμό και για τα θαύματα. Έτσι πρέπει να τραβήξουμε το ενδιαφέρον του ανθρώπου ώστε να αρχίζει να διαβάζει τη Βίβλο και να συζητάει για όλα αυτά που είναι έξω από την ανθρώπινη φύση.

Με την πάροδο των ετών, η παλιά και η νέα διασπορά χάνουν την επαφή με την αρμενική γλώσσα και τον αρμενόφωνο πολιτισμό, δηλαδή με δύο βασικούς παράγοντες αυτοπροσδιορισμού της συνείδησης του λαού μας. Υπάρχουν δράσεις που θα μπορούσαν αν όχι να ανακόψουν, έστω να επιβραδύνουν αυτή την πορεία με τη δυσμενή κατάληξη;   

- Ο κύριος σκοπός της Εκκλησίας είναι η σωτηρία του ανθρώπου. Στην αρμενική διασπορά, η εκκλησία έχει δύο στόχους: να διαφυλάξει την εθνική συνείδηση των πιστών και να τους οδηγήσει στον Χριστό.

Συχνά όμως εμείς δίνουμε περισσότερη σημασία στο πρώτο παραμελώντας το δεύτερο. Μου τηλεφώνησε ένας φίλος σήμερα και με ρώτησε τι χρειάζεται για να μεταβεί το παιδί ενός φίλου του, Γαλλο-Ελβετός, από την προτεσταντική εκκλησία στην αρμενική.

Πρόσφατα η εκκλησία μας έβγαλε έναν νόμο σύμφωνα με τον οποίο ένας ξένος (μη Αρμένιος) δεν μπορεί να είναι μέλος της αρμενικής εκκλησίας αν δεν συνάψει γάμο με Αρμένιο/Αρμένισσα. Εγώ διαφωνούσα, αλλά η πλειοψηφία των επισκόπων αυτό αποφάσισε! Πού είναι, λοιπόν, η ιεραποστολή της Εκκλησίας; Η Εκκλησία μας είναι μόνο για τους Αρμένιους; Όχι, βέβαια!

Η Εκκλησία όμως είναι ένας θεσμός που κράτησε και διατήρησε την αρμενικότητα, δηλαδή όσοι έρχονται μπορεί να μην πιστεύουν όλοι, αλλά είναι μια ευκαιρία να ακούσουν την αρμενική γλώσσα και να μιλήσουν με Αρμένιους.

- Αυτό όλοι το ξέρουν! Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλοι που δεν ξέρουν αρμενικά αλλά έρχονται στην εκκλησία μας επειδή είναι χριστιανοί! Επομένως, η γλώσσα δεν είναι το μοναδικό κριτήριο για να είναι κάποιος Αρμένιος.

Οι Εβραίοι, παραδείγματος χάριν, για 2.000 χρόνια ξέχασαν τη γλώσσα τους. Κράτησαν όμως την εβραϊκότητά τους χάρη στην πίστη και στα έθιμά τους, όχι χάρη στη γλώσσα τους.

* Το Γραφείο Διεκκλησιαστικών Σχέσεων ασχολείται με τον διάλογο μεταξύ των Εκκλησιών, τις επισκέψεις των αντιπροσώπων των διαφόρων Εκκλησιών, το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών και τη Διάσκεψη των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών. Το γραφείο αυτό προετοιμάζει τις πατριαρχικές περιοδείες και οργανώνει όλες τις επισκέψεις των αντιπροσώπων των άλλων Εκκλησιών που γίνονται με αφορμή σημαντικά γεγονότα, όπως η επέτειος των 1.700 χρόνων από την αναγνώριση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της χώρας.

 

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"

Kantsaran Banner

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ

typografia


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 59 επισκέπτες συνδεδεμένους

Τελευταία Άρθρα